Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Posts Tagged ‘νεοκλασικά’

Του Θοδωρή Ρούμπανη, στο Έθνος

Όταν ο Κωστής Παλαμάς έγραφε για την Αθήνα και την αποτιμούσε σαν «διαμαντόπετρα στης Γης το δαχτυλίδι», δεν είχε στον νου τη σημερινή τερατούπολη. Στη δεκαετία του 1920 κοσμούσαν την ελληνική πρωτεύουσα μερικά αρχιτεκτονικά αριστουργήματα . Τα περισσότερα από εκείνα τα νεοκλασικά θυσιάστηκαν στον βωμό της ανοικοδόμησης τις δεκαετίες του 1960 και 1970.

Αναδάσωση στον Λόφο του Αστεροσκοπείου αμέσως μετά τον πόλεμο

Ομως, μη φανταστεί κανείς ότι η πόλη της Παλλάδας ήταν κάποιος επίγειος παράδεισος. Μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από το κέντρο της ο κόσμος ζούσε σε ελεεινές συνθήκες. Ρεαλιστική περιγραφή της κατάστασης θα κάνει ο δήμαρχος Σπύρος Μερκούρης με την ομιλία του στο Δημοτικό Συμβούλιο, 23 Δεκεμβρίου 1899. Θα πει: «Η πόλις ημών υστερεί εις όλα. Δεν έχει ύδωρ, δεν έχει επαρκή φωτισμόν, δεν έχει καλάς οδούς, δεν έχει ευπρεπείς αγοράς, σφαγεία, υπονόμους. Αντί τούτων έχει εν αφθονία σύννεφα κονιορτού, βωμούς ακαθαρσιών και καταβόθρας εις τα οδούς». Θεώρησε ως «τα τρία μεγάλα της πόλεως κακά, τον κονιορτόν, τη λειψυδρίαν και την ακαθαρσίαν». Βεβαίωσε ότι θα τα καταπολεμήσει. Η αλήθεια είναι ότι με την καταπολέμησή τους χρειάστηκε να παλέψουν δεκαετίες ολόκληρες δημοτικές Αρχές και δημότες. Και είναι αλήθεια ότι τα προβλήματα της Αθήνας αποδείχτηκαν τελικά κάτι σαν τη Λερναία Υδρα, όπου κόβοντας ένα κεφάλι ξεφυτρώνουν δύο.

Η οδός Ερμού στολισμένη στις αρχές του 20ού αιώνα

Με διάταγμα του Οθωνα το 1834
Το μικρό χωριό που έγινε πρωτεύουσα

Η Αθήνα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους στις 18 Σεπτεμβρίου 1834 με διάταγμα του Οθωνα. Μέχρι τότε έδρα της κυβέρνησης ήταν το Ναύπλιο. Τα πρωτεία διεκδικούσαν και άλλες πόλεις. Εγιναν συζητήσεις για την Κόρινθο, το Αργος, την Τρίπολη, τα Μέγαρα (πρόταση Κωλέττη), τον Πειραιά και τη Σύρα. Ο πληθυσμός της πόλης μόλις και μετά βίας ξεπερνούσε τους 10.000 κατοίκους. Ηταν ένα μικρό χωριό έκτασης 1.163 στρεμμάτων. Σ’ αυτή την έκταση είχαν χτιστεί 1.500 σπίτια και 124 εκκλησίες. Στο τέλος της Επανάστασης του 1821, από τα σπίτια κατοικήσιμα ήταν μόλις 300 και από τις εκκλησίες μόνο 32 ήταν ανέπαφες. Την Αθήνα παρέδωσαν οι Τούρκοι σε έναν λόχο Βαυαρών τη Μεγάλη Παρασκευή 31 Μαρτίου 1833.

Το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο οφείλεται στους αρχιτέκτονες Σταμάτη Κλεάνθη και Εδουάρδο Σάουμπερτ. Αυτοί έκαναν και την πρώτη ονοματοθεσία των δρόμων. Ομως κανείς δεν φανταζόταν τη ραγδαία πληθυσμιακή και οικοδομική ανάπτυξη, με ό,τι στρεβλώσεις συνεπαγόταν. Το 1838, όταν στο Δημοτικό Συμβούλιο έγινε συζήτηση για ονοματοθεσία κεντρικών δρόμων, ο γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας έστελνε γράμμα στη Ρώμη όπου διακωμωδούσε το γεγονός: «Είναι αστείο» -έγραφε- «να γίνεται λόγος περί των ονομάτων των οδών μιας πόλεως η οποία μετά από 100 χρόνια μόλις θα έχει το πολύ 30.000 κατοίκους».

Τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Η άναρχη οικοδόμηση συνόδευσε την πρωτεύουσα από τα πρώτα βήματά της.

Το 1850 ο υπ. Εσωτερικών, Γ. Γλαράκης, έδωσε άδεια να χτιστεί το δυτικό τμήμα. Μόνο οι αντιδράσεις του Τύπου τον υποχρέωσαν να ανακρούσει πρύμναν. Αντίθετα δεν διασώθηκε μια μεγάλη έκταση ανάμεσα στις οδούς Αιόλου, Λυκούργου, Σωκράτους και Σοφοκλέους.

Η δυσωδία περίσσευε στην Αθήνα το 1850
Ασθένειες από το κακής ποιότητας νερό

Η πρώτη σοβαρή λύση του υδρευτικού προβλήματος της Αθήνας έγινε δυνατή το 1931 με τη λειτουργία της τεχνητής λίμνης του Μαραθώνα. Μέχρι τότε οι ανάγκες των κατοίκων εξυπηρετούνταν από το Αδριάνειο Υδραγωγείο, στο οποίο διοχετεύονταν πηγές υδάτων, κυρίως από την Πεντέλη. Το 1850 γίνεται λόγος για νερό, που είναι θολό και μυρίζει. Μεταξύ των διαμαρτυρόμενων συγκαταλέγεται και ο πρώτος δήμαρχος της πόλης, Ανάργυρος Πετράκης (1835-1837).

Ζητεί να καθαριστεί το δίκτυο της συνοικίας Γεράνι, κοντά στον σημερινό Αγιο Κωνσταντίνο (εξ ου και η παρακείμενη οδός Γερανίου). Αντλώντας νερό «εύρον εν αυτώ κόπρον», αναφέρει στο υπόμνημά του. Η βρώμα και η δυσωδία περίσσευαν στην Αθήνα. Πτώματα ζώων ρίχνονταν με άνεση στα ακάλυπτα οικόπεδα. Νερά λίμναζαν μπροστά στις αυλόπορτες. Οι χασάπηδες έσφαζαν τα ζωντανά στα μαγαζιά τους για να αποφύγουν τον φόρο που έπρεπε να καταβάλουν αν χρησιμοποιούσαν τα δημοτικά σφαγεία. Εξαιτίας της κακής ποιότητας του πόσιμου νερού και της έλλειψης στοιχειωδών υγειονομικών μέτρων, συχνά εκδηλώνονταν μεταδοτικές ασθένειες. Τη δεκαετία του 1840 εξαπλώθηκε γρήγορα στον πληθυσμό εξανθηματικό νόσημα, που δεν ταυτοποιήθηκε. Κηλίδες στο δέρμα εμφάνισε ο ίδιος ο Oθων, που κατέφυγε στην Κηφισιά.

Το 1854, όταν δήμαρχος ήταν ο Ιωάννης Κόνιαρης, εκδηλώθηκε φοβερή επιδημία χολέρας. Η μετάδοση της επάρατης αρρώστιας έγινε από γαλλικό πολεμικό πλοίο, που μετείχε μαζί με αγγλικά σκάφη στον αποκλεισμό της Αθήνας και του Πειραιά λόγω του Κριμαϊκού πολέμου. Για τον περιορισμό της χολέρας αποκόπηκε η Αθήνα από το επίνειό της και απαγορεύθηκε κάθε μετακίνηση κατοίκων. Προς στιγμή φάνηκε ότι η επιδημία τέθηκε υπό έλεγχο. Ομως γρήγορα επανήλθε δριμύτερη.

Το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας προσπάθησε με ψυχραιμία να δώσει κάθε δυνατή βοήθεια στους πάσχοντες. Ωστόσο, ο δήμαρχος καταλήφθηκε από τέτοιο φόβο, που εγκατέλειψε και την πόλη και τη θέση του. Κατόπιν τούτου καθαιρέθηκε. Σε παραίτηση υποχρεώθηκε και ο δήμαρχος Πειραιά, Πέτρος Ομηρίδης. Του αποδόθηκε μομφή επειδή δεν είχε πάρει τα απαραίτητα υγειονομικά μέτρα. Οι συνέπειες της επιδημίας ήταν τρομακτικές. Οι νεκροί υπολογίζονται σε χιλιάδες. Το 1885 και το 1886 παρουσιάστηκε επιδημία ελωδών πυρετών, που κυρίως έπληξε τη συνοικία γύρω από το Εργοστάσιο Φωταερίου, το Γκάζι. Της δόθηκε το όνομα «Επιδημία του Γκαζοχωρίου».

Το 1905 η πρώτη ασφαλτόστρωση δρόμου
Εβρεχαν τους χωματόδρομους για να μη σηκώνεται σκόνη

Η σκόνη από τους χωματόδρομους, ο κονιορτός, αποτελούσε μια μόνιμη πληγή για την πόλη.

Απόπειρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος έγινε για πρώτη φορά από τον δήμαρχο Κωνσταντίνο Γαλάτη (1855-1857). Επί των ημερών του εφαρμόστηκε και ο νεωτερισμός του καταβρέγματος των οδών από βυτιοφόρα κάρα.

Μόλις το 1905, επί δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη, αποφασίστηκε να εφαρμοστεί δοκιμαστικά στην Αθήνα η επίστρωση οδών με άσφαλτο. Στις 8 Αυγούστου της χρονιάς εκείνης ανατέθηκε σε αγγλική εταιρεία η επίστρωση με πεπιεσμένη άσφαλτο τμήματος της οδού Αιόλου.

Το πείραμα πέτυχε και στη συνέχεια προχώρησε η ασφαλτόστρωση τμημάτων των οδών Πανεπιστημίου και Πειραιώς, καθώς και της πλατείας Ομονοίας. Ακολούθησαν και άλλοι κεντρικοί δρόμοι.

Το πρόβλημα με τους χωματόδρομους θα συνεχιστεί για πολλές δεκαετίες. Το κατάβρεγμα των δρόμων, με κάρα στην αρχή ή με βυτιοφόρα αυτοκίνητα αργότερα, αποτελούσε μια ανακούφιση.

Ομως η πρωτεύουσα ήταν αντιμέτωπη με τη λειψυδρία και δεν ήταν δυνατό να σπαταλιέται έτσι το νερό. Ο δήμαρχος Σπύρος Πάτσης (1917-1920, 1922-1929) πρόκρινε το θαλασσινό νερό. Η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου έγινε δεκτή από την κυβέρνηση.

Τη μεταφορά του θαλάσσιου ύδατος στην Αθήνα επιφορτίστηκε η αγγλική εταιρεία Ούλεν, που είχε αναλάβει και την κατασκευή του μεγάλου έργου στον Μαραθώνα για τη διαμόρφωση της τεχνητής λίμνης. Ετσι έγινε. Και τα έξοδα βάρυναν εξ ολοκλήρου την εταιρεία, που ούτως ή άλλως είχε συνάψει μια επικερδέστατη σύμβαση για την υδροδότηση της Αθήνας.

Το έργο εξαφανισε τις μολύνσεις και τις ασθένειες
«Ανάσα» με την κατασκευή υπονόμων

Ορισμένες περιοχές της πρωτεύουσας είχαν πάρει ονόματα αντίστοιχα του ρυπαρού περιβάλλοντος που τις χαρακτήριζε. Δεν ήταν όλες μακριά από το κέντρο. Χεζοπόταμος ονομαζόταν η γειτονιά της σημερινής οδού Βουκουρεστίου, όπου τώρα φωτίζονται οι ακριβότερες βιτρίνες της πόλης.

Χεζολίθαρο λεγόταν η περιοχή ανάμεσα σε Μεταξουργείο και Βοτανικό. Εκεί ήταν και ο Μπύθουλας, με τα λιμνάζοντα νερά. Το 1908 το Δημοτικό Συμβούλιο θέλησε να εξευγενίσει τα τοπωνύμια. Το Χεζολίθαρο και τον Μπύθουλα (όλη μαζί την περιοχή) βάφτισε Ακαδημία Πλάτωνος. Κοντά βρισκόταν και ο Μινώταυρος, δηλαδή το τέλμα, που απλωνόταν γύρω από την εκκλησία του Προφήτη Δανιήλ.

Οι Αθηναίοι ξέρουν ότι όλη αυτή η περιοχή διασχίζεται σήμερα από την οδό Σπύρου Πάτση. Δόθηκε στον δρόμο το όνομα του δραστήριου δημάρχου, διότι με δικές του ενέργειες έφυγε από εκεί η βρώμα και η δυσωδία.

Οι εστίες μολύνσεων και ασθενειών εξαφανίστηκαν με την κατασκευή αποχετευτικού αγωγού μήκους 7.875 μέτρων, καθώς και υπονόμων μεγάλων διαστάσεων. Συνολικά δαπανήθηκαν 22 εκατομμύρια δραχμές, ποσό μεγάλο για την εποχή. Καλυφτήκανε, επίσης, τα μεγάλα ρέματα των οδών Καβάλας και Μαρωνείας, που διέρχονταν μέσα από πυκνοκατοικημένες περιοχές και αποτελούσαν πηγές νοσηρότητας,

Τα μεγάλα αυτά εξυγιαντικά έργα απάλλαξαν τη συνοικία από τις δυσώδεις και αποπνικτικές αναθυμιάσεις. Τα διοχετευόμενα ακάθαρτα νερά απορρίφθηκαν στην περιοχή του Νέου Φαλήρου, μέσα στη θάλασσα και σε απόσταση 700 μέτρων από την ακτή.

Στο μυαλό του βενιζελικών φρονημάτων Σπύρου Πάτση βρισκόταν κατ’ εξοχήν το ζήτημα να εξασφαλιστεί η καθαριότητα της πόλης. Επί των ημερών του η δημοτική Αρχή εξασφάλισε την αντικατάσταση του απαρχαιωμένου τρόπου αποκομιδής των απορριμμάτων με κάρα καθαριότητας.

Αγόρασε 15 σύγχρονα αυτοκίνητα, που αποτέλεσαν σοβαρό βήμα προς την εξυγίανση στον ζωτικό τομέα της δημοτικής μέριμνας, τον συνδεόμενο με την υγεία των κατοίκων της πόλης, αλλά και την εμφάνισή της.

Η αύξηση των οχημάτων καθαριότητας και των καταβρεχτήρων δημιούργησε την ανάγκη να διαμορφωθούν χώροι στάθμευσης και ασφαλούς φύλαξης. Ετσι, αποκτήθηκαν τα πρώτα δημοτικά γκαράζ.

Ο Δήμος για τον σκοπό αυτό αγόρασε το 1928 μεγάλο οικόπεδο στην αρχή της οδού Λιοσίων. Εκεί βρίσκεται σήμερα το κτίριο που στεγάζει τις διοικητικές υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων. Αλλος ένας χώρος στάθμευσης διαμορφώθηκε σε δημοτικό οικόπεδο στους Αμπελόκηπους, κοντά στο γήπεδο του «Παναθηναϊκού».

Read Full Post »

Tου Δημήτρη Ρηγόπουλου, στην Καθημερινή

Πριν από λίγες ημέρες, ο δήμαρχος Αθηναίων έδωσε στη δημοσιότητα ένα σημαντικό νούμερο: 1640 είναι τα εγκαταλελειμμένα κτίρια που κατέγραψαν οι υπηρεσίες του στην περιοχή ευθύνης του Δήμου. Σε μια παλιά συνοικία του κέντρου της πρωτεύουσας, στο Μεταξουργείο, πιστοποιήθηκαν 106 εγκαταλελειμμένα κτίρια, αριθμός που αντιστοιχεί στο 7% του συνολικού κτιριακού αποθέματος της γειτονιάς.

Είναι περισσότεροι οι εγκαταλελειμμένοι χώροι, παραδέχθηκε ο κ. Κακλαμάνης. Κι έτσι είναι. Σύμφωνα με άλλη έρευνα, ιδιωτικού φορέα, στην ευρύτερη περιοχή του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού το 46% (!) των συνολικών ιδιοκτησιών αφορά σε ερείπια, κτίρια σε κακή κατάσταση και σε αδόμητα οικόπεδα.

Δεν είναι όλη η Αθήνα Μεταξουργείο, αλλά στις πυκνοκατοικημένες συνοικίες της πόλης επιβιώνουν μικρογραφίες μιας βεβαιωμένης και πολυσύνθετης αστικής κρίσης, που δεν κρύβεται με τίποτα. Τα ερείπια του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού είναι απλώς το σύμπτωμα. Ενα σύμπτωμα που, ωστόσο, δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει στα σοβαρά καμία κυβέρνηση, της τελευταίας εικοσαετίας τουλάχιστον.

Τα ερειπωμένα νεοκλασικά και τα κακογερασμένα κτίρια του ’60 και του ’70 (συντριπτικά περισσότερα τα δεύτερα) δίνουν τον τόνο στο άρρωστο σώμα της πόλης και είναι αυτό που μένει στο τέλος σαν εντύπωση στον επισκέπτη της πόλης όσα Μουσεία της Ακρόπολης κι αν φτιάξουμε.

Ο κ. Κακλαμάνης διαμαρτυρήθηκε «ότι για να αλλάξεις πόμολο σε διατηρητέο κτίριο χρειάζεσαι έξι μήνες, διότι για να αλλάξεις το πόμολο χρειάζεσαι απόφαση απ’ όλες τις Εφορείες που εμπλέκονται τις Αρχαιολογικές Εφορείες. Ετσι, όχι μόνο δεν δίνεται κίνητρο στον ιδιοκτήτη ή σε έναν αγοραστή να αναπαλαιώσει ένα παλιό κτίριο, αλλά είναι πλήρες αντικίνητρο».

Πολύ σωστή επισήμανση, αλλά αυτά είναι πράγματα που συζητάμε εδώ και 15 χρόνια και είναι καλό να περάσουμε κάποια στιγμή από τα λόγια στην πράξη. Οχι στο Μεταξουργείο ή στον Κεραμεικό, αλλά στην οδό Σταδίου υπάρχουν τρεις κραυγαλέες περιπτώσεις νεοκλασικών κτιρίων σε οικτρή κατάσταση, μέσα στη βρώμα, με κάτι κουρέλια να ανεμίζουν πέρα-δώθε στο πρώτο σφύριγμα του ανέμου. Αν η νομοθεσία μας δεν επαρκεί ή αποδείχθηκε αναποτελεσματική, θα πρέπει να αλλάξει. Να λειτουργεί υποστηρικτικά προς τον ιδιώτη που είναι διατεθειμένος να μπει σ’ αυτήν την περιπέτεια και όχι να του βγάζει το λάδι επειδή ενοχλούνται ορισμένοι.

Κι επιτέλους. Αν στη φούρια της δεκαετίας του ’80 καταδικάσαμε μερικούς συμπολίτες μας χαρακτηρίζοντας ένα ξεκάρφωτο νεοκλασικό μικρής αξίας στη μέση ενός ωκεανού από πολυκατοικίες, ας επιδείξουμε τη γενναιότητα σήμερα κάνοντας το σωστό.

Ή απλά λέγοντας μια συγγνώμη. Ποτέ δεν είναι αργά.

Read Full Post »

Tου Νικου Bατοπουλου, στην Καθημερινή.

Iσως να έφταιγε η Οντρεϊ Χέπμπορν και ο Γκρέγκορι Πεκ που ένα ζεστό Σάββατο βράδυ έφθασα στα «Παναθήναια» της οδού Μαυρομιχάλη για να δω το «Διακοπές στη Ρώμη». «Είναι στη Νεάπολη», με διόρθωσαν όταν –εκ παραδρομής, έστω– θεώρησα λογικό να τοποθετήσω το όμορφο αυτό σινεμά (με χαλίκι!) στην περιοχή των Εξαρχείων. Καθώς είχα φθάσει νωρίς, έκανα μια βόλτα στους γύρω δρόμους. Πήρα κάτω τη Μαυρομιχάλη και λοξοκοιτούσα τα στενά. Είχα χρόνια να περπατήσω στη «Νεάπολη» και μάλιστα αυγουστιάτικο σούρουπο Σαββάτου, πράγμα που σημαίνει ότι οι δρόμοι ήταν άδειοι και το χλωμό φως τύλιγε με μια απόκοσμη αύρα τις πολυκατοικίες του ’60 και τα παλιά σπίτια, σε μία μείξη που θα ήθελε, ενδεχομένως, να είναι γοητευτική αλλά που δεν τα κατάφερνε και τόσο.

Μιλάει άραγε κανείς για τη Νεάπολη, αναρωτήθηκα, καθώς σκέφτηκα ότι οι αστικές γειτονιές που ήταν στην επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια ήταν τα Εξάρχεια, ο Αγιος Παντελεήμων Αχαρνών, η Κυψέλη και το Μεταξουργείο. Για τη Νεάπολη, λίγα πράγματα, όπως και ελάχιστα απασχολούν την επικαιρότητα το Παγκράτι, το Μετς ή τα Πατήσια. Ισως καλύτερα, σκέφτηκα. Γιατί η απουσία προβολής σημαίνει ότι η γειτονιά είναι πιο φιλήσυχη. Επίσης, σημαίνει ότι τα σχέδια του real estate δεν έχουν συμπεριλάβει τη Μαυρομιχάλη, την Ιπποκράτους ή τη Χαριλάου Τρικούπη, στις εκβολές τους στην Αλεξάνδρας. Καθώς, όμως, περπατούσα σκανάροντας την περιοχή, μόνος σε μια άσφαλτο που άχνιζε τη ζέστη της μέρας που έσβηνε, παρατήρησα ότι πολλά παλιά σπίτια είχαν ανακαινισθεί και ότι μέσα έμεναν άνθρωποι που τα αγαπούσαν. Είχαν χωρίς αμφιβολία επενδύσει πολλά χρήματα για να μετατρέψουν αυτές τις παλιές κατοικίες, χτισμένες στα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου οι περισσότερες, αλλά με όψιμο νεοκλασικό στυλ, σε σύγχρονα σπίτια με ανέσεις αλλά και αίσθηση της αθηναϊκής ιστορίας. Δύο-τρία μάλιστα από τα σπίτια αυτά ήταν πρώτης τάξεως, θα έστεκαν σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πόλη και επιπλέον είχαν και τη γλύκα και την ταπεινότητα της αθηναϊκής συνοικίας.

Σιγά σιγά, η μείξη της Νεάπολης, με τις καταθλιπτικές πολυκατοικίες της και τα νοικοκυρίστικα σπίτια του 1920, με κάποια σκόρπια ερείπια οικογενειακών, άλλοτε, εστιών, με το απαλλοτριωμένο οικόπεδο του ΟΣΚ, με τα καφενεία και τις ταβέρνες, όπου ο χρόνος είχε σταματήσει, με βιβλιοπωλεία και μικρομάγαζα, άρχισε να με κερδίζει γιατί ένιωθα ότι πίσω από τη φαινομενική ακινησία υπήρχε διάθεση για ήρεμη ζωή. Κάποια παράθυρα άρχισαν να φωτίζουν καθώς έπεφτε η νύχτα, ένα νεοκλασικό σπίτι έμοιαζε με κουκλόσπιτο, από ένα ισόγειο πολυκατοικίας ακούστηκε Καζαντζίδης και μύρισε τηγανητό φαγητό.

Ηταν η αντίθετη ατμόσφαιρα από αυτήν που είχα συναντήσει στο Μεταξουργείο, όπου είχα βρει έκπληκτος, σαν τουρίστας στην Αθήνα, την οδό Ιάσονος με πλήρη μέτωπα νεοκλασικών σπιτιών σε παράταξη, που όμοιά της δεν συναντάς σε άλλες αστικές περιοχές κατοικίας. Η Ιάσονος είναι γοητευτική μέσα στην παρακμή της, όλα σχεδόν τα παλιά σπίτια είναι πορνεία, οι τοίχοι είναι βαμμένοι μωβ, πράσινοι, λουλακί, υπάρχει ένας απόηχος Αβάνας ή Μεξικού. Είχα πάει εκεί για την γκαλερί The Breeder, που είναι ένα ultra-modern box, λευκό και κλινικά αέρινο, μέσα στην υγρασία και τις σκιές του παλιού Μεταξουργείου! Ενα εντυπωσιακό κοντράστ! Δεν βλέπεις κατοικίες στο Μεταξουργείο, όπως βλέπεις στη Νεάπολη. Υπάρχουν, φυσικά, αλλά απουσιάζει η συνοχή της αστικής συνέχειας που βλέπει κανείς στη μικρο-μεσοαστική Νεάπολη.

Ισως, όμως, γι’ αυτό, το Μεταξουργείο με τον ιστό του τρύπιο σαν ελβετική γραβιέρα, είναι η περιοχή στην οποία πολλοί ποντάρουν ότι θα «ανέβει». Είναι ο αντίποδας της Νεάπολης. Οταν το Μεταξουργείο είχε συγκεντρώσεις αστικού πληθυσμού πριν από το 1900, η Νεάπολη μόλις είχε αρχίσει να βλέπει το φως της μέρας. Ηταν η νέα γειτονιά, εξ ου και το όνομά της, που γρήγορα γέμισε με σπίτια που νοίκιαζαν δωμάτια σε φοιτητές του Πανεπιστημίου που έρχονταν από την επαρχία.

Σήμερα, η Νεάπολη μοιάζει λίγο ξεχασμένη, αλλά η ζωή της είναι οργανωμένη και ήρεμη. Διαθέτει τον ωραιότερο ίσως δρόμο της κεντρικής Αθήνας, την οδό Παπατσώρη, που δείχνει την κλίμακα της αθηναϊκής συνοικίας με τον καλύτερο τρόπο. Ζει όμως πίσω από τα «πρωτοσέλιδα» και τα σχέδια των επενδυτών. Αυτά υπάρχουν για το Μεταξουργείο, τον Κεραμεικό και τον Βοτανικό, που βρίσκονται σε διαδικασία συμπλήρωσης του αστικού ιστού τους. Μοιάζει παράδοξο, αν σκεφτεί κανείς ότι το Μεταξουργείο ήταν μια αστική γειτονιά πριν από 100-120 χρόνια και έως το 1950. Οι αθηναϊκοί κύκλοι ζωής το βύθισαν και σήμερα, είμαστε μάρτυρες της ανέλκυσής του. Η εσωτερική γεωγραφία της Αθήνας είναι ένας χάρτης με πολλές, άγνωστες ηπείρους.

Read Full Post »

Η αρχιτεκτονική κληρονομιά της Αθήνας έρχεται αντιμέτωπη με το υψηλό κόστος και τις απαιτήσεις της ζωής τον 21ο αιώνα

Από την Καθημερινή, του Δημήτρη Ρηγόπουλου

Το συνειδητοποιήσαμε για πρώτη φορά στην περίπτωση των δύο «επίμαχων» κτιρίων της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ο περισσότερος θόρυβος γινόταν για το αρ ντεκό μέγαρο στο νούμερο 17. Ο νεοκλασικός του γείτονας στο 19 παρέμενε σιωπηλός, αδύναμος να ξεσηκώσει από μόνος του τα κύματα συμπάθειας που έφταναν με ορμή απ’ όλη την Αθήνα. Είχε κανείς την αίσθηση ότι εντάχθηκε στην καμπάνια σωτηρίας περισσότερο ως κτίριο συνοδείας του 17. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ολο και σπανιότερα μπαίνουμε σε καινούργια μαγαζιά, εστιατόρια, μπαρ που επένδυσαν στη νεοκλασική κληρονομιά, με τον μαζικό τρόπο που γινόταν στις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Μεταγενέστερες τυπολογίες, από τον εκλεκτικισμό και το αρ ντεκό έως τις πολλές και διαφορετικές εφαρμογές του μοντέρνου, διεκδικούν την προσοχή μας και, ναι, την έχουν. Τα λείψανα της βιομηχανικής, της βιοτεχνικής και της δαιμονοποιημένης, μεταπολεμικής Αθήνας φωτίζονται κάτω από ένα καινούργιο φως. Οσο για τις κατοικίες, ούτε λόγος. Εκτός κι αν διαθέτουμε πλούσιους φίλους. Ή, αν παρουσιάζουν, εμπορικό ενδιαφέρον. Οπότε παύουν να είναι κατοικίες.

Ιδεολογική μεταστροφή

Η κάμψη της δημοφιλίας των νεοκλασικών στηρίζεται σε πολύ χειροπιαστούς λόγους. Κατ’ αρχήν, τα «καλά» αξιοποιήθηκαν όταν όλη η Αθήνα κυνηγούσε ένα νεοκλασικό. Οσα παραμένουν στη θέση τους, συνήθως σε κακή κατάσταση, παρουσιάζουν πολλά προβλήματα: υψηλό κόστος επισκευών και συντήρησης, δυσκολίες προσαρμογής στις σύγχρονες συνθήκες ζωής από τη στιγμή που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα και όλες οι επεμβάσεις ελέγχονται από το υπουργείο Πολιτισμού, παλιομοδίτικες κατόψεις με κατακερματισμένους χώρους.

Είναι όμως μόνο πρακτικοί λόγοι που οδηγούν τη νεοκλασική παράδοση στο σημερινό μεταβατικό στάδιο; Ο αρχιτέκτονας Πάνος Δραγώνας πιστεύει ότι τα τελευταία χρόνια συντελείται μια βαθύτερη αλλαγή. «Για μεγάλο διάστημα οι Αθηναίοι αντιμετώπιζαν εχθρικά τα όποια δείγματα μοντέρνας αρχιτεκτονικής, έχοντας σε μεγάλο βαθμό ταυτίσει τον μοντερνισμό με την ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων και το στερεότυπο της «τσιμεντούπολης». Η τραυματική εμπειρία της εσωτερικής μετανάστευσης, της εγκατάλειψης της υπαίθρου, της ανοικοδόμησης και της καταστροφής της παλιάς Αθήνας έχει πλέον ξεπεραστεί. Για την συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών Αθηναίων, ο ελληνικός μοντερνισμός αποτελεί τη μοναδική οικεία αρχιτεκτονική παράδοση».

Η νοσταλγία του μοντέρνου

Η ιδεολογική αυτή μεταστροφή δεν μπορεί παρά να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, υποστηρίζει ο Π. Δραγώνας. «Υπάρχουν σοβαροί αντικειμενικοί αλλά και υποκειμενικοί λόγοι για να συμβεί αυτό. Οι αντικειμενικοί λόγοι αφορούν τις αρχιτεκτονικές ποιότητες των μοντέρνων κτιρίων αλλά και τις ποιότητες ζωής του αθηναϊκού αστικού περιβάλλοντος που για πολλά χρόνια η τοπική κοινωνία αδυνατούσε να εκτιμήσει. Οι υποκειμενικοί λόγοι αφορούν τη νοσταλγική διάθεση που κάθε γενιά αναπτύσσει για το περιβάλλον των παιδικών της χρόνων. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι η χρονική απόσταση που μας χωρίζει πλέον από την περίοδο του νεοκλασικισμού είναι αρκετά μεγάλη ώστε να εξακολουθήσει να μας συγκινεί με τον ίδιο τρόπο. Από την άλλη πλευρά, τα σχολεία του ’30, τα δημόσια έργα της δεκαετίας του ’60, τα κτίρια γραφείων στο κέντρο της πόλης και ένας ατελείωτος αριθμός πολυκατοικιών που χτίστηκαν από το 1950 μέχρι το 1985 αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά ενός οικείου παλαιού κόσμου που σήμερα διεκδικεί την αναγνώρισή του».

Μειώνεται η προσφορά

«Η αγορά έχει ακόμα ζήτηση για νεοκλασικά ακίνητα, κυρίως στο κέντρο της Αθήνας και στο κέντρο της Κηφισιάς» επισημαίνει ο κτηματομεσίτης Γιάννης Πλουμής της εταιρείας «Πλουμής Σωτηρόπουλος Ο.Ε.». «Στις κατοικίες υπάρχει πάντα ζήτηση, όμως είναι λίγα τα ακίνητα αυτού του είδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κατοικίες». «Η ζήτηση μειώνεται γιατί μειώνεται και η προσφορά, σε μια ούτως ή άλλως κακή στιγμή της αγοράς» υποστηρίζει ο κτηματομεσίτης Βαγγέλης Σταμούλης (Infocasa Αστικά Ακίνητα), ο οποίος προσθέτει μια επιπλέον παράμετρο στην όλη συζήτηση. «Η αποκατάσταση ενός νεοκλασικού σπιτιού ενέχει κινδύνους, κυρίως όταν η επένδυση υλοποιείται σε περιοχές υψηλού αρχαιολογικού ρίσκου, στην Πλάκα, στο Μεταξουργείο, στον Κεραμεικό. Ο επενδυτής πρέπει να είναι προετοιμασμένος για διακοπή των εργασιών από τη στιγμή που βρεθούν αρχαία. Και η διακοπή μπορεί να είναι της τάξεως των δύο, ακόμη και των τριών χρόνων». Η μειωμένη προσφορά απογειώνει τις τιμές και συχνά τις καθιστά απαγορευτικές. «Προσφορά υπάρχει στην Αχαρνών και στην Κυψέλη αλλά δεν υπάρχει ζήτηση γιατί συνήθως πρόκειται για κατοικίες σε κακή κατάσταση και το κόστος της αποκατάστασης είναι υπερβολικά υψηλό».

Ο αρχιτέκτονας Γιάννης Κίζης έχει πολυετή παράδοση στις αποκαταστάσεις παραδοσιακών κτιρίων και είναι σε θέση να γνωρίζει την αγορά εκ των έσω. «Ηδη από τη δεκαετία του ’90 ξέφυγαν οι τιμές των νεοκλασικών σπιτιών στην Αθήνα γιατί η ζήτηση δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην προσφορά, με αποτέλεσμα σήμερα η επισκευή μιας κατοικίας σε μέτρια κατάσταση να αγγίζει τα 1.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο». Αν ένα τέτοιο σπίτι αριθμεί 300 τ.μ. ο επενδυτής θα χρειαστεί 450.000 ευρώ μόνο για την αποκατάσταση, χωρίς να υπολογίσουμε τα έξοδα αγοράς του οικοπέδου.

Αλλά ακόμα κι ένα τόσο υψηλό κόστος μπορεί να συγκριθεί με τις τιμές πολλών προνομιακών διαμερισμάτων του Λυκαβηττού, για παράδειγμα. Γιατί ένας αγοραστής να προτιμήσει το διαμέρισμα από μια ανακαινισμένη νεοκλασική κατοικία στην καρδιά της Πλάκας; Πιθανότατα γιατί η πολυκατοικία θα διαθέτει γκαράζ για το αυτοκίνητό του ή γιατί θα βρίσκει σούπερ μάρκετ σε σχετικά κοντινή απόσταση. «Δεν είναι ότι δεν βρίσκεις διαθέσιμα νεοκλασικά για κατοικία, αλλά είναι αποθαρρυντική η οικονομική απόδοση. Αντίθετα, υπάρχει τεράστια πίεση από εμπόρους και επιχειρηματίες, όπως μας έδειξαν τα πρόσφατα γεγονότα στην Πλάκα, όταν οι μαγαζάτορες πίεσαν για επέκταση της εμπορικής λειτουργίας και στους ορόφους των συγκεκριμένων ιδιοκτησιών. Μόνο μια εμπορική χρήση θα κατορθώσει να αποσβέσει το κόστος της ανακαίνισης». Οσο για το μέλλον δεν είναι πολύ αισιόδοξος: «Τα νεοκλασικά, ιδίως στο κέντρο, θα χάσουν υποχρεωτικά το άρωμα της κατοικίας με ό,τι αυτό σημαίνει για τις αναγκαίες προσαρμογές, έτσι ώστε να εξυπηρετήσουν την εμπορική τους λειτουργία».

Εγκλωβισμένοι ιδιοκτήτες

Και η Αθήνα είναι ακόμα γεμάτη στις κεντρικές της γειτονιές με νεοκλασικά σπίτια, καρπό του λεγόμενου «λαϊκού νεοκλασικισμού» με πιο απλοποιημένες προσόψεις που οικοδομήθηκαν κατά χιλιάδες για να στεγάσουν μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα. Οσα απέμειναν, στέκουν -τα περισσότερα- σε άθλια κατάσταση. Οι ιδιοκτήτες τους συχνά αισθάνονται εγκλωβισμένοι. Ως διατηρητέα δεν μπορούν να τα «πειράξουν» και τα οικονομικά τους δεν τους επιτρέπουν σοβαρές εργασίες αποκατάστασης.

Λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης επικαλείται η αρχιτέκτων και καθηγήτρια ΕΜΠ Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη για να μας εξηγήσει, με την ιδιότητα του μέλους του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού, τη «στροφή» στην «πολιτική» κήρυξης διατηρητέων εκ μέρους της Πολιτείας. «Αν μιλάμε για κτίρια κάποιου μεγέθους, τα κηρύσσουμε διατηρητέα. Διαφορετικά, όχι. Μόνο αν εντάσσονται σε κάποιο σύνολο – αυτή είναι η τάση του Συμβουλίου». Η κ. Αδάμη επισημαίνει ότι συχνότερα έρχονται προτάσεις αποχαρακτηρισμού του εσωτερικού ήδη χαρακτηρισμένων κτιρίων, έτσι ώστε να αξιοποιηθεί εμπορικά το ακίνητο. Η ίδια, αν και αντίθετη στη λογική του facadisme (την «σκηνογραφική» διατήρηση μόνο της πρόσοψης), δηλώνει ότι στο πλαίσιο του Συμβουλίου προσπαθούν να βρουν τη χρυσή τομή ώστε να επιτρέπεται η εισαγωγή μιας νέας χρήσης χωρίς να διαγράφονται οι μνήμες της αρχικής διάταξης (οροφή, δάπεδο, κ.ά.).

Read Full Post »

Του Β.Σ. Κανέλλη από το Έθνος

Το down town της Αθήνας, οι περιοχές πέριξ της πλατείας Ομονοίας, ξαφνικά ετοιμάζονται να γίνουν τα νέα… Κολωνάκια της πρωτεύουσας με πανάκριβες μονοκατοικίες, ανακαινισμένα νεοκλασικά αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ και σπίτια τύπου… loft.

Μεταξουργείο, Κολωνός, Γκάζι, Κεραμεικός, Ψυρρή, Βοτανικός αλλά και οι παραδοσιακές αγορές του Θησείου, των Ανω Πετραλώνων, του Κουκακίου και οι περιοχές με θέα την Ακρόπολη θα συγκροτούν σε λίγα χρόνια το ελληνικό «Σόχο», αντίστοιχο αυτού της Νέας Υόρκης.

  

Βιοτεχνίες και νεοκλασικά τα υλικά για το ελληνικό «Σόχο»

Ειδικά για το Μεταξουργείο, η πρόσφατη απόφαση απομάκρυνσης των οχλουσών δραστηριοτήτων (συνεργεία κ.λπ.) ανοίγει τον δρόμο για τη ριζική μεταμόρφωση από την παλαιά γειτονιά με τις βιοτεχνίες μεταξιού σε ένα σύγχρονο προάστιο με ακριβά σπίτια, καταστήματα και εστιατόρια.

Στη διετία
Η νέα τάση για αγορά ή ενοικίαση σπιτιού κάτω από την Ομόνοια ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια, αλλά έχει κορυφωθεί την τελευταία διετία, με αιχμή την κατασκευή των περίφημων αμερικανικών lofts, δηλαδή τη μετατροπή σε κατοικίες πρώην βιοτεχνικών και επαγγελματικών χώρων.

Τι είναι αυτά; Πρόκειται για παλαιές βιοτεχνίες, επαγγελματικοί και βιομηχανικοί χώροι με χοντρούς τοίχους και ενιαίες κατασκευές που μπορούν να μετατραπούν σε μονοκατοικίες.

Οταν οι χώροι αυτοί βρίσκονται σε μεγάλο ύψος απαραίτητες είναι οι μεγάλες τζαμαρίες για απρόσκοπτη θέα.

Τα lofts που διατίθενται αυτή την εποχή είναι κατά βάση 80 έως 150 τ.μ., ενώ σπανίζουν οι μεγαλύτεροι χώροι επειδή δεν είναι συμφέρουσα η ανακατασκευή.

Τύπου loft είναι και πολλά οροφοδιαμερίσματα σε ρετιρέ, τα οποία ανακαινίζονται και μετατρέπονται σε ενιαίους χώρους με ένα ή δύο επιπλέον δωμάτια. Επειδή η ζήτηση είναι μεγάλη για lofts, τελευταία παρατηρείται σημαντική αύξηση των τιμών, αλλά και στροφή των εργολάβων της περιοχής στην κατασκευή ακόμη και συγκροτημάτων με τέτοια σπίτια.

Παραδείγματος χάριν τέτοιο συγκρότημα χτίζεται στην οδό Πειραιώς σε παλαιό βιομηχανικό κτίριο, το οποίο θα μετατραπεί σε 20 lofts από 80 μέχρι 230 τ.μ.

Μια άλλη τάση στο «Σόχο» της Αθήνας είναι η ανακαίνιση νεοκλασικών μονοκατοικιών, που είναι επιφάνειας άνω των 200 τ.μ. Απευθύνονται στους έχοντες, αφού η αγορά και η ανακατασκευή μπορεί να ξεπεράσουν το 1 εκατ. ευρώ.

Οπως επισημαίνουν ειδικοί της αγοράς, η μεταμόρφωση ενός παλαιού σπιτιού μπορεί να κοστίσει πάνω από 1.000 ευρώ/τ.μ., ειδικά αν μείνουν πολλά παραδοσιακά στοιχεία της οικοδομής (γύψινες επιφάνειες, μπαλκόνια με σμιλευτές κολόνες, γείσα, ακροκέραμα κ.λπ.).

Προσφορά
Μεγάλη προσφορά σε μονοκατοικίες και νεόδμητες μεζονέτες υπάρχει τόσο στο Μεταξουργείο όσο και σε Γκάζι και Κεραμεικό, ενώ στην περιοχή του Βοτανικού αναμένεται να γίνει το μεγάλο «μπαμ» στις αγοραπωλησίες ακινήτων όταν στηθούν τα πρώτα εργοτάξια για το γήπεδο του Παναθηναϊκού, αλλά και τα έργα ανάπλασης του Ελαιώνα.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι μεγάλη ανάπτυξη γνωρίζει και η επαγγελματική στέγη, τόσο για γραφεία όσο και για ισόγεια ακίνητα, που μπορούν να μετατραπούν σε εστιατόρια, μπαράκια ή άλλα καταστήματα.

Το Γκάζι έχει γίνει το must της νυχτερινής διασκέδασης, ενώ η περιοχή του Ψυρρή είναι ένας από τους πιο ζωντανούς χώρους της Αθήνας, αν και παρουσιάζει σημάδια κορεσμού.

ΟΙ ΤΙΜΕΣ
Παραδείγματα ακινήτων που πωλούνται στο ελληνικό «Σόχο»

Γκάζι: Διατηρητέα μονοκατοικία 180 τ.μ. σε δύο επίπεδα πωλείται 500.000 ευρώ.

Γκάζι: Loft επιφανείας 82 τ.μ. πλήρως ανακαινισμένο πωλείται 260.000 ευρώ.

Βοτανικός: Ρετιρέ οροφοδιαμέρισμα 103 τ.μ. σε νεόδμητη πολυκατοικία με θέα στην Ακρόπολη κοστίζει 220.000 ευρώ.

Κεραμεικός: Μονοκατοικία 180 τ.μ. σε οικόπεδο 155 τ.μ. κοστίζει 410.000 ευρώ.

Κολωνός: Ρετιρέ 137 τ.μ. με θέα στην Ακρόπολη πωλείται 195.000 ευρώ.

Κολωνός: Μεζονέτα 200 τ.μ. νεόδμητη κοστίζει μόλις 270.000 ευρώ.

Μεταξουργείο: Loft 70 τ.μ. κοστίζει 180.000.

Μεταξουργείο: Διατηρητέα μονοκατοικία 360 τ.μ. κοστίζει 800.000 ευρώ.

Σπίτια τύπου loft
Παλαιές βιοτεχνίες, επαγγελματικοί και βιομηχανικοί χώροι με χοντρούς τοίχους και ενιαίες κατασκευές μετατρέπονται σε μονοκατοικίες, κατά κύριο λόγο, με ένα μεγάλο δωμάτιο, στο οποίο μπορεί να υπάρχει μαζί η κουζίνα και το σαλόνι, ενώ συνήθως δημιουργείται ένα πατάρι που χρησιμοποιείται για κρεβατοκάμαρα. Είναι ψηλοτάβανο, έχει τζάκι, ενώ όταν βρίσκεται σε μεγάλο ύψος περικλείεται από μεγάλες τζαμαρίες για απρόσκοπτη θέα.

Εγινε μόδα
Πριν από λίγα χρόνια, καλλιτέχνες κυρίως αναζητούσαν φθηνούς χώρους δημιουργίας σε παλιά σπίτια και ερειπωμένες βιοτεχνικές εγκαταστάσεις και τους ανακαίνιζαν. Στη συνέχεια η αναβάθμιση μιας περιοχής έγινε μόδα και έτσι φτάσαμε σήμερα σπίτια, για παράδειγμα στο «φτωχό» Μεταξουργείο, να πωλούνται πάνω από 4.000 ευρώ/τ.μ. Ειδικότερα οι περιοχές με θέα την Ακρόπολη εκτιμάται ότι θα συγκροτούν σε λίγα χρόνια το ελληνικό «Σόχο», αντίστοιχο αυτού της Νέας Υόρκης.

5.000 ΕΥΡΩ ΤΟ Τ.Μ.
Θησείο και Κουκάκι οι «χρυσές» γειτονιές

Στο ερώτημα ποιοι είναι αυτοί που αγοράζουν lofts ή μονοκατοικίες και μετακομίζουν στο κέντρο της πόλης, η απάντηση είναι απλή:

  • Είναι κατ’ αρχάς καλλιτέχνες από όλους τους τομείς, οι οποίοι «στήνουν» εκεί τον τόπο κατοικίας τους σε συνδυασμό με ατελιέ.
  • Είναι στελέχη επιχειρήσεων που εργάζονται στο κέντρο της Αθήνας και θέλουν έναν όμορφο χώρο κοντά στο γραφείο τους.
  • Είναι, τέλος, ζευγάρια με οικονομική άνεση που θέλουν να ζήσουν την «ένταση» του down town και της νυκτερινής διασκέδασης στο Γκάζι και στου Ψυρρή.

Σε κάθε περίπτωση, όσοι πρόλαβαν προ δεκαετίας να αποκτήσουν σπίτι στις παραπάνω περιοχές, το πήραν σε τιμή ευκαιρίας. Σήμερα η μόδα αυτή είναι για πολύ χοντρά πορτοφόλια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και φθηνές κατοικίες. Για παράδειγμα, πωλείται σήμερα loft 80 τ.μ. στο Μεταξουργείο αντί 185.000 ευρώ, δηλαδή 2.300 ευρώ/τ.μ. όταν στις περισσότερες περιπτώσεις το κόστος είναι γύρω στα 3.500-4.000 ευρώ, ανάλογα με τη θέα και την κατάσταση του ακινήτου.

Δύο περιοχές, το Κουκάκι και το Θησείο, που έχουν «μπαλκόνι» προς την Ακρόπολη, είναι σήμερα από τις ακριβότερες γειτονιές της Ελλάδας. Τα σπίτια που βγαίνουν στην αγορά προς πώληση είναι ελάχιστα και γίνονται ανάρπαστα, αν και κοστίζουν μια περιουσία. Εχουν ακουστεί στα μεσιτικά γραφεία ποσά της τάξης των 10 εκατ. ευρώ και άνω για μονοκατοικίες με θέα στον Ιερό Βράχο, ενώ και τα διαμερίσματα κοστίζουν πάνω από 5.000 ευρώ/τ.μ.

Οι πιο φθηνές περιοχές είναι ο Κολωνός και το Μεταξουργείο, με τις τιμές των νεόδμητων να κυμαίνονται από 2.200 έως 3.500 ευρώ/τ.μ.

Read Full Post »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 78 other followers