η ήττα

Αναδημοσίευση από «ΤΟ ΒΥΤΙΟ«.

Πριν λίγους μήνες, εξαιτίας μιας δουλειάς, έπρεπε να περπατάω για δυο τρεις μέρες στους δρόμους κάτω απ’ την Ομόνοια. Άλλοτε μέρα μεσημέρι, άλλοτε νωρίς το βράδυ. Ήθελα λοιπόν να γράψω ένα μικρό κομμάτι για τους ανθρώπους που γεμίζουν τους εκεί δρόμους και σκέφτηκα να κάνω πάνω κάτω τις οδούς και τα πεζοδρόμια, κυρίως για να βεβαιωθώ για όσα είχα πιστέψει περνώντας από κει στα γρήγορα κάποιες φορές στο παρελθόν.

Οι εικόνες γνωστές, έχουν περιγραφεί χιλιάδες φορές, για αυτή την  παράλληλη πόλη μέσα στην πόλη. Ο κόσμος που στέκεται σε ομάδες στη μέση του δρόμου, οι γωνίες ασφυκτικά γεμάτες από σκουπίδια και απομεινάρια κάθε είδους, οι φωνές, μαγαζιά που δε μοιάζουν με μαγαζιά αλλά με στεγασμένα κομμάτια κάποιου παζαριού σε μακρινή ανατολική χώρα. Οι λέξεις άγνωστες, οι άνθρωποι τις σέρνουν μαζί με τα βήματά τους, σα να ήταν μια αλλόκοτη αργκό που χρησιμοποιούν συμμορίες σε κάποιο αμερικάνικο προάστιο. Από μικρά καταστήματα ξεπροβάλλουν παιδικά πρόσωπα. Γιοι και κόρες ενός Πακιστανού, ίχνη ενός κόσμου, στον οποίο κάποτε κατοικούσαν οικογένειες. Τώρα στις ίδιες γειτονιές, περνάς δίπλα από παιδιά που κρατάνε κάθε είδους λοστούς και μαδέρια. Τα χτυπάνε απαλά και ρυθμικά στα γόνατά τους, περπατώντας. Πιο πέρα, δύο άλλοι κοιμούνται σε μια είσοδο πολυκατοικίας που μοιάζει από καιρό ακατοίκητη. Κι όμως από τα παράθυρά της ξεχειλίζει η στριμωγμένη ζωή. Τρία τρία κεφάλια ξεπροβάλλουν από ξεχαρβαλωμένα πατζούρια.

Τώρα και εδώ, ο ξένος είμαι εγώ. Μια παράξενη φιγούρα που νομίζει πως είναι εντάξει να βολτάρει σ’ οποιοδήποτε σημείο της πόλης, προκειμένου να περιγράψει τη δυστυχία της εκεί πλευράς. Λάθος μου.

Φυσικά και δεν μπορώ να περιγράψω τίποτα. Προχωράω σαν τουρίστας μόνο που εδώ δεν είναι θέρετρο, αλλά κάποιων η αληθινή ζωή. Φυσικά και δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα. Είμαι περαστικός σε μια αιώνια εμπόλεμη ζώνη. Πλησιάζω τα πτώματα με μια εκ του ασφαλούς ευαισθησία, όταν ακόμη πέφτουν οι σφαίρες βροχή. Με άλλα λόγια, είμαι ένας μονίμως βιαστικός επισκέπτης στη μόνη αληθινή ζωή.

Η φωτογραφική μηχανή μένει μέσα στην τσάντα μου. Το πορτοφόλι μου μένει σφιχτό μέσα στην τσέπη μου. Περπατάω και έχω έναν υπόγειο φόβο που διαρκώς μεγαλώνει μέσα στα μάτια μου. Τα δικά τους γυαλίζουν. Υποτίθεται ότι τους καταλαβαίνω, υποτίθεται ότι έτσι και αλλιώς τους δικαιώνω. Ξέρω ότι, ό,τι κι αν συμβεί δε θα είναι παράλογο. Ο εξαθλιωμένος είναι ελάχιστα δευτερόλεπτα από την πράξη. Δεν τον χωρίζει από την όποια επίθεση μια απόφαση. Όλα είναι απλώς μια συγκυρία, μια σε τυχαία διαστήματα επαναλαμβανόμενη κανονικότητα.

Η ήττα μου είναι ακριβώς αυτή. Φοβάμαι τους ίδιους ανθρώπους που υπερασπίζομαι λεκτικά, θεωρητικά και ιδεολογικά. Έπειτα με πλησιάζουν δύο άντρες. Περιεργάζονται την τσάντα μου. Κάθονται σχεδόν μπροστά μου, έτσι που να μη χωράω ακριβώς να περάσω, αλλά όχι και να χρειάζεται να σταματήσω. Η ήττα μου είναι ακριβώς αυτή. Σκέφτομαι τα χρήματα, τη μηχανή. Λογικά, έχω συγχωρέσει ήδη την επερχόμενη κίνηση. Αλλά τώρα ο φόβος μου στρέφεται ενάντια σ’ αυτούς που προσπαθούσα να υπερασπιστώ λίγη ώρα πριν σε μια συζήτηση. Η ήττα μου είναι ο φόβος.

Τελικά, απλά τους προσπερνάω. Περπατάω ανάμεσα σε άλλες ομάδες, αυτοκίνητα που έρχονται κατευθείαν από πλάνα σε γκανγκστερικές ταινίες του Hollywood, πόρνες που γελάνε μεταξύ τους, ψιθυρίζουν ακατάληπτα λόγια ή ξεμοναχιάζονται μπροστά σε μια μισάνοιχτη πόρτα, πρεζάκια που ξαπλώνουν σε άθλια κατάσταση στην εσοχή ενός πεζοδρομίου. Τα μάτια τους γυαλίζουν.

Πώς να μιλήσεις για ανθρώπους που φοβάσαι; Πώς να πλησιάσεις τον άλλο, πώς να ξεπεράσεις το φόβο;

Μια φίλη που δουλεύει κοντά στο Μεταξουργείο μου έλεγε ότι παρόλο που περνάει κάθε μέρα απ’ την ίδια διαδρομή, παρόλο που έχει μάθει τις φάτσες κι οι άλλοι έχουν μάθει τη δική της, σε σημείο που σχεδόν να χαιρετιούνται, πιάνει τον εαυτό της κάποιες φορές να περπατάει σφιγμένη στη μέση του δρόμου.

Δεν μιλάμε εδώ για κάποιου είδους προκατάληψη που μας τυραννάει, βάζοντας τον Άλλο, απέναντι. Είδαμε κι άλλες φορές τη βία να ξεσπάει σε γνωστούς, παλέψαμε να μιλήσουμε με γλώσσα συμφιλίωσης την ώρα που άδειαζε η τσέπη μας. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, μπορώ πια να νιώθω πλήρως ηττημένος, αφού οι απόπειρες απέτυχαν, τα λόγια αυτή τη φορά δε βγήκαν, αφού δεν άνοιξα κουβέντα εκεί ακριβώς που τα μάτια γυάλιζαν. Γιατί τελικά το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ να ερμηνεύσω ή να δικαιολογήσω ή να συγχωρέσω τον Άλλο,  αλλά να τον πλησιάσω. Και φυσικά, η ευθύνη αυτή βάραινε αποκλειστικά τη δική μας μεριά, αφού από ανθρώπους που ξέρουν μόνο αυτό το γκέτο, μόνο αυτή τη συντριβή, δε θα έπρεπε να περιμένουμε τίποτα άλλο, παρά ξεσπάσματα ή σπαστικές εκδηλώσεις επιβίωσης.

Με δύο λόγια, ακόμη απορώ πώς γίνεται να θες να υπερασπιστείς αυτόν τον κόσμο, όταν αδυνατείς να περπατήσεις μαζί του, όταν δυσκολεύεσαι να περάσεις λίγες ώρες μαζί του. Όχι βέβαια βοηθώντας εθελοντικά και από θέση ισχύος. Εννοώ, να ζήσεις λίγες ώρες μαζί του, σαν απλός άνθρωπος, σα να ‘ταν κοινή η μοίρα σας, σα να μην ήταν πια τόσο αποτελεσματική όλη αυτή η προσπάθεια να χωριστούμε. Από δω οι ζωντανοί πολίτες, από κει τα φαντάσματα από το μέλλον που έρχεται.

Αυτό το περιστατικό συνέβη τέλη Νοεμβρίου. Μετά ήρθε ο Δεκέμβρης, που οι βίαιες πορείες του, ο θόρυβος απ’ τις σπασμένες βιτρίνες με βρήκε στο δρόμο εκείνες τις ώρες να κοιτάζω αμήχανος, σχεδόν ενοχλημένος. Όμως κάποιες στιγμές επανέφερε την αισιοδοξία μου. Η βία είναι αναπόφευκτη, η σύγκρουση ακόμη και μεταξύ μας αναμενόμενη. Όμως μίλησα, άλλαξα δυο σύντομες κουβέντες με τρεις τέτοιους ανθρώπους. Απ’ αυτούς που ζουν σ’ εκείνο το αληθινό και απόκοσμο μέρος. Δεν καταφέραμε να συνεννοηθούμε. Το χάσμα ήταν τεράστιο, η ταξική μας απόσταση θα πει κάποιος, χαώδης. Η γέφυρα όμως βρισκόταν συνέχεια εκεί, μπροστά σ’ αυτά τα μάτια που δεν έχουν σταματήσει να γυαλίζουν. Μας βοήθησε ν’ ανταλλάξουμε μισή φράση. Θέλω να ελπίζω ότι θα είναι αρκετή. Την επόμενη φορά σ’ αυτόν τον ίδιο δρόμο, αντί να προχωράω βιαστικά, να σταματήσω, να αφουγκραστώ όχι μόνο τη ζωή τους, αλλά και τα δύσκολα λόγια τους και τη ζόρικη πραγματικότητά τους, ακριβώς όπως είναι. Όχι σαν τουρίστας με την κάμερα, αλλά σαν ένοχος, σαν τόσα χρόνια αδιάφορος, σαν ξένος προς την ίδια την πόλη μου. Σαν κάποιος που πρέπει να πάψει να είναι ηττημένος.

3 thoughts on “η ήττα

  1. Εργάζομαι στο Μεταξουργείο 20 χρόνια και προσυπογράφω όλες τις εικόνες και τα συναισθήματα που μόλις διάβασα.
    Τα βιώνω καθημερινά και βλέπω και την εξέλιξή τους.
    Έτσι είναι ακριβώς!

  2. Καλημέρα.. Συγκλονιστικό το άρθρο.. Αντικατοπτρίζει 100% την πραγματικότητα.. Ζω στο Μεταξουργείο 28 χρόνια, από τότε που γεννήθηκα..Είναι στα αλήθεια τόσες πολλές οι φορές που θέλω να πλησιάσω, να μιλήσω σ αυτά τα δεκάδες ζευγάρια μάτια…Κι όμως είναι όντως πολύ δύσκολο…

  3. Παράθεμα: The… 2 « Μεταξουργειο, Κεραμεικος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s