Γκάζι

Στο Αθηνόραμα

Απόγευμα στο καφενείο του Ορχάν, στην οδό Νευροκοπίου στον Βοτανικό. Γυναίκες πουθενά. Μια τράπουλα απλωμένη σε τσόχα και γύρω από τη ροτόντα δυο μικρά παιδιά να χρησιμοποιούν ως μάρκες φιστίκια. Παραδίπλα συνταξιούχοι στριμώχνουν το τάβλι τους σ’ ένα τραπέζι με ούζα. Ο δεκαοχτάχρονος Χασάν παίρνει παραγγελίες για τούρκικους καφέδες. Το κασκόλ του Πανθρακικού, κρεμασμένο πάνω από την κουζίνα, αποκαλύπτει την καταγωγή τους. Έλληνες μουσουλμάνοι, κυρίως από την Κομοτηνή, που ήρθαν στο Γκάζι την περίοδο 1981-89, αναπολούν την παλιά τους γειτονιά πάνω από τις γραμμές του τρένου στην Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Σουκρή, γέννημα θρέμμα του Γκαζιού από το 1975 (εκεί όπου είναι τώρα το «Mamaca’s» πριν από είκοσι χρόνια ήταν το σπίτι του), αναγκάστηκε να μετακομίσει στον Βοτανικό τα τελευταία χρόνια λόγω της αλματώδους ανάπτυξης της περιοχής και της υπέρογκης αύξησης των ενοικίων. «Τίποτα δεν έμεινε όρθιο. Περιμέναμε τη λειτουργία του μετρό για να αναβαθμιστεί το μέρος κι αυτό ισοπέδωσε τα πάντα και μας εξαφάνισε», μου λέει με παράπονο.

Μέχρι το 2003 το Γκάζι προσέλκυε κόσμο αφενός από τα πιο εύπορα στρώματα της αθηναϊκής κοινωνίας (παλιοί επιχειρηματίες αφηγούνται ότι τα αυτοκίνητα πολυτελείας έκαναν παρέλαση), που είχε βαρεθεί τις κοσμικότητες, και αφετέρου από την ομοφυλόφιλη κοινότητα, η οποία ανακάλυπτε έναν δικό της χώρο διασκέδασης κι έκφρασης. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Φώφη Τσεσμελή, DJ επί μία δεκαετία στο πίσω stage του «Sodade», η περιοχή δεν ήταν τόσο φιλόξενη το 1999. «Στην αρχή είχα την αίσθηση ότι πήγαινα σ’ ένα μέρος εχθρικό, μας πετούσαν πατάτες οι κάτοικοι λόγω της ηχορύπανσης, καλούσαν συνεχώς την αστυνομία, τα αυτοκίνητά μας ήταν συνήθως σπασμένα και διερρηγμένα», μου διηγείται

Η ίδια θεωρεί ότι τα προβλήματα για το Γκάζι ξεκίνησαν το 2005, δύο χρόνια πριν από τη λειτουργία του μετρό. Ο σταθμός έφερε κόσμο, ο κόσμος χρήμα και το χρήμα μια ανεξέλεγκτη επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία δεν περιορίστηκε από την πολιτεία. Αντιθέτως, η πολιτική του Δήμου Αθηναίων στόχευσε συστηματικά στην ανάπτυξη γύρω από το παλιό εργοστάσιο, για να αναδειχτεί η αισθητική του ανάπλαση και να καταστεί σύγχρονη κοιτίδα αστικού πολιτισμού. Η αστική κουλτούρα έχει και πολλά δεινά, βέβαια, για τα οποία δεν υπήρξε στοιχειώδης πρόβλεψη. Σε κάθε τετραγωνικό της Βουτάδων είναι εγκατεστημένη μία καρέκλα, στην Περσεφόνης –πάρα την πρόσφατη πεζοδρόμηση και τη φωταγώγησή της– οι εξατμίσεις των αυτοκινήτων μπερδεύονται με τα πιρούνια, μεγάλα τμήματα των στενών δρόμων της ευρύτερης περιοχής καλύπτονται από τραπεζάκια (κανείς δεν ήταν σε θέση να μου εξηγήσει ακριβώς τι συμβαίνει με τις δημοτικές άδειες), για να πιεις μια μπίρα περνάς μέσα από την τσίκνα των σουβλατζίδικων, στην Τριπτολέμου ακούς ταυτόχρονα τέσσερα είδη διαφορετικής μουσικής και οι ιδιοκτήτες τα βράδια κάνουν αναδιανομή ποτηριών, καθώς είναι αδύνατον –και ανώφελο ίσως– να περιορίσουν το πέρα δώθε των πελατών τους. Βέβαια, η μαζικοποίηση δεν αφορά μόνο την ποσότητα των ανθρώπων, αλλά κυρίως τον τρόπο της νυχτερινής διασκέδασης.

Αυτήν τη στιγμή το Γκάζι δείχνει να κινδυνεύει από τον εαυτό του. Γιατί άλλο είναι μια αυθεντική γειτονιά διασκέδασης και άλλο ένα «θεματικό πάρκο» με πανομοιότυπα μπαράκια (και εδώ η ευθύνη του Δήμου είναι ορατή με τις ανεξέλεγκτες άδειες που έδωσε), τα οποία ανοίγουν το ένα δίπλα στο άλλο φιλοξενώντας κοινό τουριστικών διαθέσεων. Για να λειτουργήσει μια περιοχή σαν «βιότοπος» διασκέδασης, πρέπει να αφομοιώσει το άρωμα της αυθεντικότητάς της και να το ζυμώσει με τις νέες τάσεις σε μια μείξη από την οποία πρέπει να αναδεικνύονται εμφανώς και τα δύο στοιχεία. Το ιδιαίτερο προφίλ του Γκαζοχωριού ουσιαστικά δείχνει να εξορίστηκε, για να κατασκευαστεί στη θέση του μια «στημένη πολιτεία», ένα σκηνικό που αποθεώνει τη μαζικοποίηση και που εν τέλει καταλήγει σ’ ένα χαρακτήρα «γκέτο». Ανάλογα παραδείγματα στο εξωτερικό δείχνουν πως τέτοιου είδους διασκεδουπόλεις, που φτιάχτηκαν χωρίς την πρέπουσα μελέτη (και τους περιορισμούς), εγκαταλείφθηκαν σύντομα από ανθρώπους με άποψη, μια κι έπαψαν πλέον να διασκεδάζουν σε τέτοιες συνθήκες. Για να το πούμε πιο απλά: «η φάση δεν έχει πλάκα πλέον». Στο Γκάζι δεν έχουμε φτάσει ακόμη σ’ αυτό το σημείο. Υπάρχουν ακόμη μαγαζιά που αντιστέκονται, με το στιλ, την άποψή τους και με το αντίστοιχο κοινό.

Το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος που επισκέπτεται το Γκάζι δεν έχει στο μυαλό του συγκεκριμένες επιλογές. Περισσότερο μοιάζει με κάποιον που έχει βγει για ψώνια χωρίς να ξέρει τι θέλει τι να αγοράσει. Ή, ακόμη χειρότερα, χωρίς να ξέρει τι του αρέσει. Ένα κοινό που στην πλειονότητά του δεν έχει μυηθεί στην κουλτούρα της διασκέδασης και που δεν έχει διαμορφωμένη άποψη για το πώς θέλει να περάσει τη βραδιά του. Έτσι, αντιμετωπίζει την περιοχή σαν ένα σημείο το οποίο συγκεντρώνει τους πάντες και τα πάντα: από επώνυμα clubs στις παρυφές της Πειραιώς και αγκυροβολημένα θέατρα στα σύνορα της περιοχής μέχρι μπριζολάδικα και λονδρέζικες παμπ. Πολλές φορές, τις βραδιές που περιπλανήθηκα στα μαγαζιά του, άκουσα ανθρώπους να μιλούν στο τηλέφωνο, προσπαθώντας να συνεννοηθούν με την παρέα τους, και να μη γνωρίζουν πού βρίσκονται. Ο μοναδικός δρόμος που διασώζεται αυτήν τη στιγμή είναι η Ευμολπιδών, όχι γιατί έχει κάτι ξεχωριστό, αλλά επειδή παραμένει ως ένα βαθμό αναξιοποίητη, συνδυάζοντας τα χαμόσπιτα, τις ημίκοντες, φαντεζί πολυκατοικίες και τα συνεργεία φορτηγών με ορισμένα εστιατόρια ή μπαρ. Ωστόσο, ακόμη κι από δω λείπουν καταστήματα που συνήθως συναντάς σε μια γειτονιά.

Πρόσφατα, πάντως, έκανε εδώ τα εγκαίνιά του ένα κατάστημα ρούχων γνωστό από τη χρυσή εποχή του Ψυρρή, το οποίο ήρθε να πλαισιώσει ένα κοσμηματοπωλείο που λειτουργεί εδώ και σχεδόν ένα χρόνο. Ίσως έτσι διαφαίνεται αφενός ο τρόπος προς μια ομαλή ένταξη του συγκεκριμένου σημείου στην αστική ζωή της πρωτεύουσας και αφετέρου, απομακρύνοντας τον κίνδυνο για τη μετατροπή του σε λούνα παρκ διασκέδασης, του επιτρέπουν να εξελιχτεί μακροσκοπικά σε πυρήνα αστικής ανάπλασης μιας ευρύτερης περιοχής (η οποία θα συμπεριλαμβάνει συνολικά το Μεταξουργείο, τον Κεραμεικό και τον Βοτανικό). Παράλληλα, οι φήμες για την επιθυμία μεγάλων αλυσίδων φαγητού να επεκταθούν στο Γκάζι σκιαγραφούν κι ενισχύουν ένα ρεύμα «σοχοποίησης» της περιοχής –ήτοι τουρισμός all inclusive με καρτελάκια στο χέρι– που φαντάζει αναπόφευκτο αποτέλεσμα της μαζικότητας. Ουδείς μπορεί να προβλέψει ποια τάση θα επικρατήσει. Όμως το Γκάζι, για να μη διαγραφεί από τον αθηναϊκό χάρτη, οφείλει ν’ αντισταθεί, όπως αντιστέκονται στις δυνάμεις του κέντρου οι οπαδοί του Πανθρακικού: με πείσμα, κι ας γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται ποτέ να κατακτήσουν το πρωτάθλημα.

Τρεις επιχειρηματίεςτου Γκαζιού μιλούν στο «α»

Ο Νίκος Μαούνης (από τους πιονέρους του Γκαζιού), ο Γιώργος Χρονόπουλος, ιδιοκτήτης του «Urban» που έκλεισε πριν από λίγο καιρό και ο Χρήστος Πότσιος που εκπροσωπεί το νέο αίμα στη γειτονιά, ξετυλίγουν τις σκέψεις τους και εκφράζουν τις αγωνίες και τις ελπίδες τους για το μέλλον της περιοχής.

«Το Γκάζι μπορεί να γίνει Tribeca», υποστηρίζει ο Νίκος Μαούνης (ιδιοκτήτης του «Dirty Ginger»). «Εμείς στο Γκάζι δεν πήγαμε επειδή διαβλέπαμε κάποια καταπληκτική επιχειρηματική δραστηριότητα – καλώς ή κακώς ήμασταν “στραβοί”. Όταν όμως είδαμε την αυλή, με το πηγάδι, το φοίνικα, την μπουκαμβίλια και το γιασεμί, την ερωτευτήκαμε αμέσως. Είχε μια ατμόσφαιρα η περιοχή, μια παράξενη ενέργεια που δεν μας άφηνε να φύγουμε. Το Γκάζι έχει στα σπλάχνα του μια ανάταση, η οποία αντιστέκεται συστηματικά στο βανδαλισμό. Δεν ήταν ποτέ μια στενή και μίζερη περιοχή, όπως του Ψυρρή. Μπορεί να επήλθαν καθοριστικές αλλαγές (αρνητικές και θετικές) με την έναρξη λειτουργίας του μετρό, μπορεί να έχασε ανεπιστρεπτί ένα ποσοστό του κόσμου που το επισκεπτόταν στην αρχή, αλλά η ουσία του παραμένει αναλλοίωτη. Βεβαίως, δεν γίνεται να εθελοτυφλούμε. Ο κίνδυνος το Γκάζι να μετατραπεί σε γκέτο διασκέδασης είναι ορατός». Νομίζω ότι το Γκάζι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα θα παρουσιάζει σταθερή άνοδο, μέχρι να το ανακαλύψουν και να το βαρεθούν όσοι έχουν πρόσβαση με το αυτοκίνητο και το μετρό. Την περίοδο της μαζικής ανόδου, όπως είναι φυσικό, θα χάνει από ποιότητα. Ωστόσο, παρά τη μαζικοποίησή του, θα εξακολουθεί να διατηρεί μια μαγεία και να προσκαλεί κάποιους να περιπλανηθούν στα σοκάκια του. Αν κατορθώσει να ενταχθεί στον αστικό ιστό, τότε έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σαν την Tribeca της Νέας Υόρκης.»

«Το «πάμε πλατεία» έγινε «πάμε Γκάζι» λέει ο Γιώργος Χρονόπουλος, ιδιοκτήτης του «Urban» (που έχει κλείσει) και συνιδιοκτήτης του «Mish Mash». «Το 2003, όταν πήγαμε εμείς, το Γκάζι ήταν ένα απέραντο εργοτάξιο λόγω μετρό. Όπως καταλαβαίνετε, ήταν πρακτικά αδύνατον τότε να λειτουργήσει σωστά ένα μαγαζί. Συνεπώς, αποφασίσαμε να περιμένουμε την έναρξη λειτουργίας του μετρό».

»Το Γκάζι είναι ένα εξαιρετικά καλαίσθητο σημείο, κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει σ’ αυτό. Έχει στην κυριολεξία τα πάντα! Μια καταπράσινη πλατεία όπου μπορείς να κάνεις βόλτες ή να καθίσεις και απλώς να χαζεύεις, την ιστορικά φορτισμένη Τεχνόπολη, η οποία αποτελεί εστία πολιτισμού και η βιομηχανική διάστασή της συνδυάζεται αρμονικά με τον Παρθενώνα που φαίνεται πίσω από την καμινάδα. Βέβαια, από την άλλη πλευρά, το μετρό υπήρξε η αιτία της τεράστιας μαζικής προσέλευσης, η οποία δημιούργησε μια καινούργια τάξη πραγμάτων. Το παλιό σύνθημα “πάμε πλατεία” αντικαταστάθηκε από το “πάμε Γκάζι”, με άλλα λόγια γεννήθηκε μια νέα πιάτσα. Η μαζικότητα ενδεχομένως να επηρεάζει την ποιότητα, ωστόσο, κακά τα ψέματα, ο επιχειρηματίας, όταν ανοίγει ένα μαγαζί, το πρώτο που σκέφτεται είναι το σημείο, να επενδύσει σε ένα μέρος που έχει από μόνο του μια άλφα προσέλευση κόσμου, ώστε τουλάχιστον να εξασφαλίσει την απόσβεση της επένδυσής του. Αισθάνομαι δικαιωμένος με την αναμονή, αν και αναγκάστηκα να επανεξετάσω τις προσωπικές μου φιλοδοξίες». Για το Γκάζι θα ήθελα, εκτός από προορισμός διασκέδασης, να φιλοξενεί περισσότερα πολιτιστικά δρώμενα, να γίνει μια σύγχρονη κοιτίδα αστικού πολιτισμού. Νοσταλγώ την εποχή που αρκετοί χορευτές, αυθόρμητα, έκαναν πρόβες στο δρόμο.»

«Το Γκάζι δεν δίνει την αίσθηση της μεγαλουπόλης», λέει ο Χρήστος Πότσιος, ιδιοκτήτης των «Swing» και «Canteen». «Η αλήθεια είναι ότι για πρώτη φορά κινηθήκαμε αντίστροφα, δεν επιλέξαμε δηλαδή μια “παρθένα” περιοχή. Η αρχική μας σκέψη ήταν να “πιάσουμε” την πιάτσα, να αξιοποιήσουμε την περαντζάδα. Θέλαμε να ανοίξουμε μαγαζί στη “σέντρα” της διασκέδασης, που όμως δεν θα ήταν στο κεντρικό της σημείο για να μην πνιγεί και χαθεί μέσα στη μαζικότητα. Εκεί που είμαστε είναι πιο απόμερα, αν και η Ευμολπιδών θα γίνει αγνώριστη τα επόμενα χρόνια.

Κάθε επιχειρηματίας είναι υποχρεωμένος να ερμηνεύει τα σημεία των καιρών και να συμπλέει με το ρεύμα που επικρατεί, αν δεν θέλει να αποτύχει. Σήμερα, ένα μαγαζί φέρ’ ειπείν σαν το “48 The Restaurant”, δεν είναι συμβατό με την εποχή. Ο κόσμος θέλει προσιτά πράγματα, τα πολλά χαϊλίκια έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί και τώρα είσαι αναγκασμένος να ακολουθείς πιο σίγουρους δρόμους. Το δυσάρεστο είναι ότι δεν μπορούμε να συμβάλουμε στο χαρακτήρα της περιοχής, όπως συνέβη στην Ευριπίδου. Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο είναι ότι εκεί που υπήρχε ενθουσιασμός και περιμέναμε ότι, μετά το αποτυχημένο πείραμα στου Ψυρρή, το Γκάζι θα αντέγραφε μια ευρωπαϊκή πόλη –θα έμοιαζε π.χ. με αντίστοιχες περιοχές του Βερολίνου–, κατέληξε στο να αντιγράψει μια επαρχιακή πόλη. Δεν μου δίνει την αίσθηση της μεγαλούπολης και ταυτόχρονα μου λείπει η αίσθηση της γειτονιάς. Η κατάρα του είναι ότι όλα δείχνουν να προσανατολίζεται σε πάρκο διασκέδασης. Δεν έχει μαγαζιά που θα μπορούσαν να “στρώσουν” την περιοχή, όπως κομμωτήρια, μανάβικα, γκαλερί κ.ά. Η τελευταία μας ελπίδα στην Αθήνα είναι το Μεταξουργείο και ο Κεραμεικός.»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s