176 χρόνια μεγάλα λόγια για όμορφη πόλη

Του Θοδωρή Ρούμπανη, στο Έθνος

Όταν ο Κωστής Παλαμάς έγραφε για την Αθήνα και την αποτιμούσε σαν «διαμαντόπετρα στης Γης το δαχτυλίδι», δεν είχε στον νου τη σημερινή τερατούπολη. Στη δεκαετία του 1920 κοσμούσαν την ελληνική πρωτεύουσα μερικά αρχιτεκτονικά αριστουργήματα . Τα περισσότερα από εκείνα τα νεοκλασικά θυσιάστηκαν στον βωμό της ανοικοδόμησης τις δεκαετίες του 1960 και 1970.

Αναδάσωση στον Λόφο του Αστεροσκοπείου αμέσως μετά τον πόλεμο

Ομως, μη φανταστεί κανείς ότι η πόλη της Παλλάδας ήταν κάποιος επίγειος παράδεισος. Μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από το κέντρο της ο κόσμος ζούσε σε ελεεινές συνθήκες. Ρεαλιστική περιγραφή της κατάστασης θα κάνει ο δήμαρχος Σπύρος Μερκούρης με την ομιλία του στο Δημοτικό Συμβούλιο, 23 Δεκεμβρίου 1899. Θα πει: «Η πόλις ημών υστερεί εις όλα. Δεν έχει ύδωρ, δεν έχει επαρκή φωτισμόν, δεν έχει καλάς οδούς, δεν έχει ευπρεπείς αγοράς, σφαγεία, υπονόμους. Αντί τούτων έχει εν αφθονία σύννεφα κονιορτού, βωμούς ακαθαρσιών και καταβόθρας εις τα οδούς». Θεώρησε ως «τα τρία μεγάλα της πόλεως κακά, τον κονιορτόν, τη λειψυδρίαν και την ακαθαρσίαν». Βεβαίωσε ότι θα τα καταπολεμήσει. Η αλήθεια είναι ότι με την καταπολέμησή τους χρειάστηκε να παλέψουν δεκαετίες ολόκληρες δημοτικές Αρχές και δημότες. Και είναι αλήθεια ότι τα προβλήματα της Αθήνας αποδείχτηκαν τελικά κάτι σαν τη Λερναία Υδρα, όπου κόβοντας ένα κεφάλι ξεφυτρώνουν δύο.

Η οδός Ερμού στολισμένη στις αρχές του 20ού αιώνα

Με διάταγμα του Οθωνα το 1834
Το μικρό χωριό που έγινε πρωτεύουσα

Η Αθήνα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους στις 18 Σεπτεμβρίου 1834 με διάταγμα του Οθωνα. Μέχρι τότε έδρα της κυβέρνησης ήταν το Ναύπλιο. Τα πρωτεία διεκδικούσαν και άλλες πόλεις. Εγιναν συζητήσεις για την Κόρινθο, το Αργος, την Τρίπολη, τα Μέγαρα (πρόταση Κωλέττη), τον Πειραιά και τη Σύρα. Ο πληθυσμός της πόλης μόλις και μετά βίας ξεπερνούσε τους 10.000 κατοίκους. Ηταν ένα μικρό χωριό έκτασης 1.163 στρεμμάτων. Σ’ αυτή την έκταση είχαν χτιστεί 1.500 σπίτια και 124 εκκλησίες. Στο τέλος της Επανάστασης του 1821, από τα σπίτια κατοικήσιμα ήταν μόλις 300 και από τις εκκλησίες μόνο 32 ήταν ανέπαφες. Την Αθήνα παρέδωσαν οι Τούρκοι σε έναν λόχο Βαυαρών τη Μεγάλη Παρασκευή 31 Μαρτίου 1833.

Το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο οφείλεται στους αρχιτέκτονες Σταμάτη Κλεάνθη και Εδουάρδο Σάουμπερτ. Αυτοί έκαναν και την πρώτη ονοματοθεσία των δρόμων. Ομως κανείς δεν φανταζόταν τη ραγδαία πληθυσμιακή και οικοδομική ανάπτυξη, με ό,τι στρεβλώσεις συνεπαγόταν. Το 1838, όταν στο Δημοτικό Συμβούλιο έγινε συζήτηση για ονοματοθεσία κεντρικών δρόμων, ο γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας έστελνε γράμμα στη Ρώμη όπου διακωμωδούσε το γεγονός: «Είναι αστείο» -έγραφε- «να γίνεται λόγος περί των ονομάτων των οδών μιας πόλεως η οποία μετά από 100 χρόνια μόλις θα έχει το πολύ 30.000 κατοίκους».

Τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Η άναρχη οικοδόμηση συνόδευσε την πρωτεύουσα από τα πρώτα βήματά της.

Το 1850 ο υπ. Εσωτερικών, Γ. Γλαράκης, έδωσε άδεια να χτιστεί το δυτικό τμήμα. Μόνο οι αντιδράσεις του Τύπου τον υποχρέωσαν να ανακρούσει πρύμναν. Αντίθετα δεν διασώθηκε μια μεγάλη έκταση ανάμεσα στις οδούς Αιόλου, Λυκούργου, Σωκράτους και Σοφοκλέους.

Η δυσωδία περίσσευε στην Αθήνα το 1850
Ασθένειες από το κακής ποιότητας νερό

Η πρώτη σοβαρή λύση του υδρευτικού προβλήματος της Αθήνας έγινε δυνατή το 1931 με τη λειτουργία της τεχνητής λίμνης του Μαραθώνα. Μέχρι τότε οι ανάγκες των κατοίκων εξυπηρετούνταν από το Αδριάνειο Υδραγωγείο, στο οποίο διοχετεύονταν πηγές υδάτων, κυρίως από την Πεντέλη. Το 1850 γίνεται λόγος για νερό, που είναι θολό και μυρίζει. Μεταξύ των διαμαρτυρόμενων συγκαταλέγεται και ο πρώτος δήμαρχος της πόλης, Ανάργυρος Πετράκης (1835-1837).

Ζητεί να καθαριστεί το δίκτυο της συνοικίας Γεράνι, κοντά στον σημερινό Αγιο Κωνσταντίνο (εξ ου και η παρακείμενη οδός Γερανίου). Αντλώντας νερό «εύρον εν αυτώ κόπρον», αναφέρει στο υπόμνημά του. Η βρώμα και η δυσωδία περίσσευαν στην Αθήνα. Πτώματα ζώων ρίχνονταν με άνεση στα ακάλυπτα οικόπεδα. Νερά λίμναζαν μπροστά στις αυλόπορτες. Οι χασάπηδες έσφαζαν τα ζωντανά στα μαγαζιά τους για να αποφύγουν τον φόρο που έπρεπε να καταβάλουν αν χρησιμοποιούσαν τα δημοτικά σφαγεία. Εξαιτίας της κακής ποιότητας του πόσιμου νερού και της έλλειψης στοιχειωδών υγειονομικών μέτρων, συχνά εκδηλώνονταν μεταδοτικές ασθένειες. Τη δεκαετία του 1840 εξαπλώθηκε γρήγορα στον πληθυσμό εξανθηματικό νόσημα, που δεν ταυτοποιήθηκε. Κηλίδες στο δέρμα εμφάνισε ο ίδιος ο Oθων, που κατέφυγε στην Κηφισιά.

Το 1854, όταν δήμαρχος ήταν ο Ιωάννης Κόνιαρης, εκδηλώθηκε φοβερή επιδημία χολέρας. Η μετάδοση της επάρατης αρρώστιας έγινε από γαλλικό πολεμικό πλοίο, που μετείχε μαζί με αγγλικά σκάφη στον αποκλεισμό της Αθήνας και του Πειραιά λόγω του Κριμαϊκού πολέμου. Για τον περιορισμό της χολέρας αποκόπηκε η Αθήνα από το επίνειό της και απαγορεύθηκε κάθε μετακίνηση κατοίκων. Προς στιγμή φάνηκε ότι η επιδημία τέθηκε υπό έλεγχο. Ομως γρήγορα επανήλθε δριμύτερη.

Το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας προσπάθησε με ψυχραιμία να δώσει κάθε δυνατή βοήθεια στους πάσχοντες. Ωστόσο, ο δήμαρχος καταλήφθηκε από τέτοιο φόβο, που εγκατέλειψε και την πόλη και τη θέση του. Κατόπιν τούτου καθαιρέθηκε. Σε παραίτηση υποχρεώθηκε και ο δήμαρχος Πειραιά, Πέτρος Ομηρίδης. Του αποδόθηκε μομφή επειδή δεν είχε πάρει τα απαραίτητα υγειονομικά μέτρα. Οι συνέπειες της επιδημίας ήταν τρομακτικές. Οι νεκροί υπολογίζονται σε χιλιάδες. Το 1885 και το 1886 παρουσιάστηκε επιδημία ελωδών πυρετών, που κυρίως έπληξε τη συνοικία γύρω από το Εργοστάσιο Φωταερίου, το Γκάζι. Της δόθηκε το όνομα «Επιδημία του Γκαζοχωρίου».

Το 1905 η πρώτη ασφαλτόστρωση δρόμου
Εβρεχαν τους χωματόδρομους για να μη σηκώνεται σκόνη

Η σκόνη από τους χωματόδρομους, ο κονιορτός, αποτελούσε μια μόνιμη πληγή για την πόλη.

Απόπειρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος έγινε για πρώτη φορά από τον δήμαρχο Κωνσταντίνο Γαλάτη (1855-1857). Επί των ημερών του εφαρμόστηκε και ο νεωτερισμός του καταβρέγματος των οδών από βυτιοφόρα κάρα.

Μόλις το 1905, επί δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη, αποφασίστηκε να εφαρμοστεί δοκιμαστικά στην Αθήνα η επίστρωση οδών με άσφαλτο. Στις 8 Αυγούστου της χρονιάς εκείνης ανατέθηκε σε αγγλική εταιρεία η επίστρωση με πεπιεσμένη άσφαλτο τμήματος της οδού Αιόλου.

Το πείραμα πέτυχε και στη συνέχεια προχώρησε η ασφαλτόστρωση τμημάτων των οδών Πανεπιστημίου και Πειραιώς, καθώς και της πλατείας Ομονοίας. Ακολούθησαν και άλλοι κεντρικοί δρόμοι.

Το πρόβλημα με τους χωματόδρομους θα συνεχιστεί για πολλές δεκαετίες. Το κατάβρεγμα των δρόμων, με κάρα στην αρχή ή με βυτιοφόρα αυτοκίνητα αργότερα, αποτελούσε μια ανακούφιση.

Ομως η πρωτεύουσα ήταν αντιμέτωπη με τη λειψυδρία και δεν ήταν δυνατό να σπαταλιέται έτσι το νερό. Ο δήμαρχος Σπύρος Πάτσης (1917-1920, 1922-1929) πρόκρινε το θαλασσινό νερό. Η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου έγινε δεκτή από την κυβέρνηση.

Τη μεταφορά του θαλάσσιου ύδατος στην Αθήνα επιφορτίστηκε η αγγλική εταιρεία Ούλεν, που είχε αναλάβει και την κατασκευή του μεγάλου έργου στον Μαραθώνα για τη διαμόρφωση της τεχνητής λίμνης. Ετσι έγινε. Και τα έξοδα βάρυναν εξ ολοκλήρου την εταιρεία, που ούτως ή άλλως είχε συνάψει μια επικερδέστατη σύμβαση για την υδροδότηση της Αθήνας.

Το έργο εξαφανισε τις μολύνσεις και τις ασθένειες
«Ανάσα» με την κατασκευή υπονόμων

Ορισμένες περιοχές της πρωτεύουσας είχαν πάρει ονόματα αντίστοιχα του ρυπαρού περιβάλλοντος που τις χαρακτήριζε. Δεν ήταν όλες μακριά από το κέντρο. Χεζοπόταμος ονομαζόταν η γειτονιά της σημερινής οδού Βουκουρεστίου, όπου τώρα φωτίζονται οι ακριβότερες βιτρίνες της πόλης.

Χεζολίθαρο λεγόταν η περιοχή ανάμεσα σε Μεταξουργείο και Βοτανικό. Εκεί ήταν και ο Μπύθουλας, με τα λιμνάζοντα νερά. Το 1908 το Δημοτικό Συμβούλιο θέλησε να εξευγενίσει τα τοπωνύμια. Το Χεζολίθαρο και τον Μπύθουλα (όλη μαζί την περιοχή) βάφτισε Ακαδημία Πλάτωνος. Κοντά βρισκόταν και ο Μινώταυρος, δηλαδή το τέλμα, που απλωνόταν γύρω από την εκκλησία του Προφήτη Δανιήλ.

Οι Αθηναίοι ξέρουν ότι όλη αυτή η περιοχή διασχίζεται σήμερα από την οδό Σπύρου Πάτση. Δόθηκε στον δρόμο το όνομα του δραστήριου δημάρχου, διότι με δικές του ενέργειες έφυγε από εκεί η βρώμα και η δυσωδία.

Οι εστίες μολύνσεων και ασθενειών εξαφανίστηκαν με την κατασκευή αποχετευτικού αγωγού μήκους 7.875 μέτρων, καθώς και υπονόμων μεγάλων διαστάσεων. Συνολικά δαπανήθηκαν 22 εκατομμύρια δραχμές, ποσό μεγάλο για την εποχή. Καλυφτήκανε, επίσης, τα μεγάλα ρέματα των οδών Καβάλας και Μαρωνείας, που διέρχονταν μέσα από πυκνοκατοικημένες περιοχές και αποτελούσαν πηγές νοσηρότητας,

Τα μεγάλα αυτά εξυγιαντικά έργα απάλλαξαν τη συνοικία από τις δυσώδεις και αποπνικτικές αναθυμιάσεις. Τα διοχετευόμενα ακάθαρτα νερά απορρίφθηκαν στην περιοχή του Νέου Φαλήρου, μέσα στη θάλασσα και σε απόσταση 700 μέτρων από την ακτή.

Στο μυαλό του βενιζελικών φρονημάτων Σπύρου Πάτση βρισκόταν κατ’ εξοχήν το ζήτημα να εξασφαλιστεί η καθαριότητα της πόλης. Επί των ημερών του η δημοτική Αρχή εξασφάλισε την αντικατάσταση του απαρχαιωμένου τρόπου αποκομιδής των απορριμμάτων με κάρα καθαριότητας.

Αγόρασε 15 σύγχρονα αυτοκίνητα, που αποτέλεσαν σοβαρό βήμα προς την εξυγίανση στον ζωτικό τομέα της δημοτικής μέριμνας, τον συνδεόμενο με την υγεία των κατοίκων της πόλης, αλλά και την εμφάνισή της.

Η αύξηση των οχημάτων καθαριότητας και των καταβρεχτήρων δημιούργησε την ανάγκη να διαμορφωθούν χώροι στάθμευσης και ασφαλούς φύλαξης. Ετσι, αποκτήθηκαν τα πρώτα δημοτικά γκαράζ.

Ο Δήμος για τον σκοπό αυτό αγόρασε το 1928 μεγάλο οικόπεδο στην αρχή της οδού Λιοσίων. Εκεί βρίσκεται σήμερα το κτίριο που στεγάζει τις διοικητικές υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων. Αλλος ένας χώρος στάθμευσης διαμορφώθηκε σε δημοτικό οικόπεδο στους Αμπελόκηπους, κοντά στο γήπεδο του «Παναθηναϊκού».

Advertisements

2 thoughts on “176 χρόνια μεγάλα λόγια για όμορφη πόλη

  1. spyretto,

    η περιοχή κάτω από την Καβάλας προς το Βοτανικό, στο ύψος του Σαρακάκη, όπου όντως λίμναζαν νερά (δεν είναι σύμπτωση ότι από κάτω της φτιάχτηκε ο υδατοβόρος Βοτανικός Κήπος κι από πάνω της ήταν η Βρύση του Λεμπέση), μόνο στ’ αρβανίτικα ίσως να λεγόταν «Μπύθουλας», όπως υποστηρίζει ο κ. Ρουμπάνης. Στα ελληνικά λεγόταν πάντοτε «Βούθουλας».

    Ο «βούθουλας» ήταν λέξη της παλιάς αθηναϊκής διαλέκτου και σήμαινε «γούβα». Η αθηναϊκή διάλεκτος σήμερα δεν μιλιέται παρά από ελάχιστους πλέον ηλικιωμένους στην Αίγινα, στα Μέγαρα και στη Νότια Εύβοια, στην περιοχή της Κύμης. Συγγενική της είναι και η διάλεκτος της Μάνης. Αυτό που μιλιέται σήμερα στην Αθήνα, είναι η κοινή νεοελληνική, που ανάγεται όμως στην πελοποννησιακή διάλεκτο (που με τη σειρά της ήταν πολύ κοντινή συγγενής της αθηναϊκής).

    Ένα χαρακτηρισστικό της αθηναϊκής διαλέκτου ήταν η διατήρηση της παλιάς προφοράς του υ ως κλειστού ου, κάτι σαν το γαλλικό u ή το γερμανικό ü. Και σήμερα ακόμη οι ντοπιοι Μεγαρίτες γέροντες λένε «σκιουλλί», «γιουναίκα» και «άχιουρο» αντί για τα κοινά «σκυλλί», «γυναίκα» και «άχυρο», ενώ όποιος είναι από την Κύμη λέγεται όχι βέβαια «*Κυμιώτης», αλλά «Κουμιώτης» (η Ρένα Κουμιώτη ήταν επιτυχημένη τραγουδίστρια). Ανάλογα, το αναγόμενο στη λέξη «βυθός» (= λάκκος, γούβα) τοπωνύμιο διατήρησε την προφορά «βούθουλας», μέχρι που στη δεκαετία του ’60 έπαψε να χρησιμοποιείται.

    Φιλικά,
    Γιώργος Μακρής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s