Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βοτανικός’

Της Ελενης Πορταλιου, στην Αυγή

Τρεις μεγάλοι αρχαίοι δρόμοι διέσχιζαν τις συνοικίες του Μεταξουργείου, του Κεραμεικού και του Βοτανικού συγκλίνοντας στον Κεραμεικό: η οδός Πειραιώς που ένωνε τον Πειραιά με την Αθήνα, η Ιερά Οδός που ένωνε την Ελευσίνα με την Αθήνα και ο λεγόμενος «δρόμος», που συνέδεε την Ακαδημία Πλάτωνος με τον Κεραμεικό. Η αρχαιότητα ζει σε πολλά σημερινά τοπωνύμια, δρόμους, διάσπαρτες αρχαιότητες και, βεβαίως, στο πρώτο δημόσιο νεκροταφείο της Αθήνας, στον Έξω Κεραμεικό, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της πόλης. Ο Έσω Κεραμεικός ήταν στην αρχαιότητα η συνοικία των τεχνιτών κεραμέων –αγγειοπλαστών και αγγειογράφων– που είχαν εδώ τα εργαστήριά τους.

Μετά το 1821 και το πρώτο σχέδιο της Αθήνας των Κλεάνθη-Σάουμπερτ, τροποποιημένο από τον Κλέντσε, διαμορφώνεται το σημερινό ιστορικό κέντρο, που για αρκετές δεκαετίες του 19ου αιώνα συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με την ίδια την πόλη. Αν τα Ανάκτορα είχαν τοποθετηθεί στην Ομόνοια και το Δίπυλο, η εξέλιξη των τριών συνοικιών θα ήταν διαφορετική. Όμως, η τοποθέτησή τους στην πλατεία Συντάγματος και η ταυτότητα που αυτή αποκτά ως φυσικός και συμβολικός χώρος της εξουσίας και της πολιτικής, περιορίζουν την Ομόνοια στον ρόλο ενός δεύτερου πόλου με μέγαρα και επιβλητικά ξενοδοχεία, ενώ στα θέατρα και τα cafès της στεγάζεται η αστική δημόσια σφαίρα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Ομόνοια αποτελεί χώρο συγχρωτισμού των κοινωνικών τάξεων, που περιστρέφονται γύρω από τα εμπορικά καταστήματα, ψυχαγωγούνται από τις μουσικές εκδηλώσεις και δημιουργούν στα καφενεία και την πλατεία ένα χώρο καθημερινής πολιτικής, ο οποίος αποτελεί, μαζί με την Κλαυθμώνος και το Σύνταγμα, τον άξονα της ιστορικά επαναλαμβανόμενης συγκρουσιακής παρουσίας των λαϊκών τάξεων στο κέντρο της πόλης. Αργότερα, κυρίως μετά τον Πόλεμο, η Ομόνοια θα αποτελέσει τη λαϊκή καρδιά της Αθήνας, από την οποία διαβαίνει κανείς για να εισέλθει στις τρεις λαϊκές συνοικίες που μας ενδιαφέρουν.

Η σημερινή πλατεία Ελευθερίας (πρώην Λουδοβίκου και αργότερα Κουμουνδούρου), αναπτύσσεται στα μέσα του 19ου αιώνα, στα όρια μεταξύ παλιάς πόλης και της νεότερης οθωνικής προς το Μεταξουργείο, στην άκρη του τείχους του 18ουαιώνα που περιτείχιζε τη μέχρι τότε κατοικημένη περιοχή της Αθήνας. Η πλατεία συγκεντρώνει αρχικά, μετά την Αιόλου, τα περισσότερα και καλύτερα εμπορικά καταστήματα και κέντρα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, ξενοδοχεία, εστιατόρια και ζαχαροπλαστεία. Σταδιακά έρχεται πιο κοντά στο λαϊκό δυτικό κομμάτι της πόλης, αποτελώντας σήμερα, μετά την ανάπλασή της, ένα σημαντικό ποιοτικά δημόσιο χώρο.

Αφήνοντας την πλατεία Ελευθερίας, που αποτελεί και είσοδο στην περιοχή του Ψυρρή, εισερχόμαστε, προς την απέναντι δυτική πλευρά της Πειραιώς, στη συνοικία του Μεταξουργείου. Η σημερινή πλατεία Αυδή είναι το κέντρο της συνοικίας και χαρακτηρίζεται από το εργοστάσιο της «Σηρικής Εταιρείας της Ελλάδος, Αθανάσιος Δουρούτης & Σία», το γνωστό Μεταξουργείο, από το οποίο πήρε το όνομά της η γειτονιά. Έκλεισε το 1875 και σήμερα στεγάζει πολιτιστικές δραστηριότητες του δήμου Αθηναίων στη νέα δημοτική Πινακοθήκη, ελκύοντας συναφείς χρήσεις σε μια ευρύτερη περιβάλλουσα περιοχή. Ιστορικά, η συνοικία του Μεταξουργείου αποτέλεσε περιοχή θεάτρων και καφενείων με έντονη καλλιτεχνική ζωή.

Η περιοχή εντάσσεται στην παραγωγική ζώνη της πρωτεύουσας με την ίδρυση του εργοστασίου του Μεταξουργείου. Όπως αναφέρει η Χριστίνα Αγριαντώνη, μαζί με τα εργαστήρια που ίδρυσε το Ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα και το εργοστάσιο Φωταερίου, που εγκαθίσταται στη σημερινή περιοχή του Γκαζιού το 1859-1861, αποτελούν το πρώτο βήμα για τη μεταμόρφωση της οδού Αθηνών-Πειραιώς στον μεγάλο άξονα παραγωγικών αλλά οχλουσών χρήσεων. Η παραγωγική ζώνη της Αθήνας διαμορφώνεται σταδιακά, είναι εκτεταμένη και χαρακτηρίζεται, πλην των δύο παραπάνω μεγάλων εργοστασίων, από μικρές βιοτεχνίες και εργαστήρια. Το εργοστάσιο Φωταερίου μετά το κλείσιμό του μετατρέπεται σε νεότερο βιομηχανικό μνημείο, ανοιχτό μουσείο, που σήμερα στεγάζει την «Τεχνόπολι» του Δήμου Αθηναίων.

Γύρω από τα εργοστάσια και τους παραγωγικούς χώρους αναπτύσσεται τον 19ο αιώνα η κατοικία των λαϊκών τάξεων που απασχολούνται στην περιοχή, πραγματικότητα που ορίζει τόσο τη συνοικία του Κεραμεικού όσο και του Μεταξουργείου και του Γκαζιού ως περιοχές μικτών χρήσεων παραγωγής, κατοικίας αλλά και εμπορίου και αναψυχής. Αργότερα, η κοινωνική γεωγραφία της κατοίκησης διευρύνεται και μετασχηματίζεται, στον βαθμό που μεταλλάσσεται ή συρρικνώνεται ο παραγωγικός της χαρακτήρας. Σήμερα η κοινωνική σύνθεση των κατοίκων είναι διαταξική και πολυφυλετική, ενώ ο χαρακτήρας των περιοχών, μετά την απομάκρυνση των οχλουσών χρήσεων, παραμένει πολυλειτουργικός.

Μεταξουργείο και Κεραμεικός διαθέτουν επαρκές οικιστικό απόθεμα σε σύγχρονες πολυκατοικίες αλλά και κτίρια λαϊκής και αστικής κατοικίας από την εποχή του νεοκλασικισμού και του μοντέρνου κινήματος. Πολλά, μαζί με την κατοικία, περιλαμβάνουν καταστήματα και εργαστήρια. Οι δύο συνοικίες διαθέτουν χώρους κατάλληλους για μικρή παραγωγή, εμπόριο και άλλες δραστηριότητες του τριτογενούς τομέα. Καθώς γειτνιάζουν ή περιλαμβάνουν σημαντικά ιστορικά μνημεία μπορούν να φιλοξενήσουν στους χώρους που διαθέτουν υπηρεσίες πολιτιστικού τουρισμού, συμβατού με το πνεύμα του τόπου.

Ο Βοτανικός αναπτύσσεται ως βιομηχανική περιοχή, της οποίας η παραγωγική βάση πλήττεται σταδιακά με την κρίση αποβιομηχάνισης στη δεκαετία του 1980. Ορίζεται, πλην της Ιεράς Οδού, από τη λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως, τη λεωφόρο Πέτρου Ράλλη και φτάνει μέχρι το Ρουφ. Η ονομασία της προέρχεται από τον «Βοτανικό Κήπο Αθηνών», στον χώρο του Γεωπονικού Πανεπιστημίου, στον οποίο διατηρείται και σήμερα τμήμα του ιστορικού Βοτανικού Κήπου. Ένας αριθμός από τα μεγάλα κτίρια που έμειναν αδρανή στέγασε και στεγάζει τα γνωστά διασκεδαστήρια υψηλής όχλησης, που σε ορισμένες περιπτώσεις ελέγχονται από τη μαφία της νύχτας. Η ίδια πραγματικότητα έχει φτάσει κοντά στο Γκάζι και η οχλούσα διασκέδαση έχει αναπτυχθεί γύρω από τη νέα πλατεία με το μετρό του Κεραμεικού.. Οι ιστορικές παραγωγικές χρήσεις δεν εκτόπισαν την κατοικία, η σημερινή μορφή και πυκνότητα της αναψυχής όμως λειτουργεί ανταγωνιστικά, συμπιέζει τη γειτονιά και εκτοπίζει την κατοικία.

Ο Βοτανικός διαθέτει μεγάλες ανενεργές εκτάσεις που μπορούν να ενεργοποιηθούν για την ανάπλαση της περιοχής, θέση που διατυπώθηκε έμπρακτα στον αγώνα για τη δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου Αθήνας/Αττικής στον Ελαιώνα, στους αγώνες για να σταματήσουμε το Mall Βωβού και τις συναφείς τριτογενείς χρήσεις του δήμου Αθηναίων. Στον άξονα της Κωνσταντινουπόλεως και τους παρακείμενους δρόμους έχουν αναπτυχθεί χώροι πολιτισμού, συμβατοί με την επιθυμητή κλίμακα και την πολυλειτουργικότητα της συνοικίας. Η υπογειοποίηση του προαστιακού, στα τμήματα που οι προτάσεις των συλλογικών φορέων και των κινημάτων των κατοίκων έγιναν αποδεκτές, θα λειτουργήσει ενοποιητικά για τα ασύνδετα μεταξύ τους τμήματα της συνοικίας, που διαχωρίζουν οι σημερινές γραμμές του τρένου.

Συνοψίζοντας, οι τρεις συνοικίες διαθέτουν σημαντικές χωρικές προϋποθέσεις ανασυγκρότησης.

Πρώτ’ απ’ όλα, το κτιριακό τους απόθεμα μπορεί να περιλάβει πολλές χρήσεις, στηρίζοντας την επιθυμητή πολυλειτουργικότητα. Επιπλέον, οι συνοικίες έχουν διαχρονική ταυτότητα, την οποία συνθέτουν αρχαία και νεότερα μνημεία, χώροι παραγωγής και κατοικίας. Εγκλείουν ελεύθερους χώρους μεγάλης και μικρής κλίμακας που αποτελούν σημαντικά αποθέματα για αναπλάσεις και συνδέονται με τρεις σταθμούς του μετρό με άλλες περιοχές.

Η ανασυγκρότησή τους, όμως, πρέπει να βασιστεί σε συνολικού χαρακτήρα δημόσιες παρεμβάσεις. Από τη μια, σε πολεοδομικά σχέδια και μελέτες και, από την άλλη, σε επενδύσεις από τον δημόσιο προϋπολογισμό, το ΕΣΠΑ ή άλλη αποδεκτή χρηματοδοτική πηγή. Έτσι θα δημιουργηθεί ένα πλαίσιο, βασισμένο στο δημόσιο συμφέρον και τις κοινωνικές ανάγκες, που θα ορίζει και τους κανόνες λειτουργίας της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Η ανασύσταση των κοινωνικών υποδομών της πόλης, η ανάπλαση του οικιστικού αποθέματος και των δημόσιων χώρων, δεν αναβαθμίζουν μόνο τους χώρους της καθημερινής ζωής και τα μέσα συλλογικής κατανάλωσης. Αποτελούν ταυτόχρονα μια από τις πλευρές της παραγωγικής ανασυγκρότησης, η οποία δημιουργεί κοινωνικά χρήσιμες θέσεις εργασίας. Η άλλη πλευρά αφορά την ανασυγκρότηση της μικρής παραγωγής, του λιανικού εμπορίου και του πολιτιστικού τομέα, που ιστορικά αναπτύχθηκαν στις τρεις συνοικίες.

Σήμερα ένα τέτοιο σχέδιο φαίνεται μακρινό. Γιατί η Αθήνα και ιδιαίτερα οι λαϊκές γειτονιές ζουν σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης. Γιατί η επιβίωση είναι δύσκολη για χιλιάδες συμπολίτες μας. Γιατί το 60% των νέων, με εξαιρετικά προσόντα και δυνατότητες, φυτοζωούν με κομμένα φτερά. Γιατί οι κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου Αθηναίων (βρεφονηπιακοί σταθμοί, σχολική μέριμνα, δημοτικά ιατρεία, ΚΑΠΗ, πολιτισμός, αθλητισμός, δομές αλληλεγγύης κ.λπ.) συρρικνώνονται, ενώ οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται. Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει καταρχάς μία ρήξη: ένα τέλος στα μνημόνια που καταστρέφουν τη ζωή μας. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται ένα σχέδιο για την πόλη και τους ανθρώπους της, που θα στηριχθεί σε υπαρκτούς υλικούς πόρους και ανθρώπινες δυνάμεις, ένα σχέδιο που θα αναπτυχθεί σε διάρκεια χρόνου.

Μπορούμε να καταθέσουμε, για τη δημιουργία αυτού του σχεδίου, καταρχάς, τα αιτήματα που έχουν αναδείξει συλλογικοί φορείς και κοινωνικές ομάδες των τριών συνοικιών. Εδώ έχουν γίνει αγώνες που αποδείχθηκαν νικηφόροι, έχουν περιγραφεί βασικές κοινωνικές προτεραιότητες για την πόλη και τη ζωή των κατοίκων, έχει διαμορφωθεί ένα συλλογικό όραμα, που αποτελεί και την απάντηση στο there is no alternative της δημοτικής και της κεντρικής μνημονιακής εξουσίας.

 

Η Ελένη Πορτάλιου διδάσκει στην Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ και είναι δημοτική σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων με την Ανοιχτή Πόλη.

Το άρθρο βασίζεται σε εισήγηση στην εκδήλωση «Ιστορικές διαδρομές στην Αθήνα. Κάτω εκεί … στο Μεταξουργείο, στον Κεραμεικό, στον Βοτανικό. Το χθες, το σήμερα, το αύριο», από τον τοπικό ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, στον Πολυχώρο Ηριδανός (3.6.2013)

Advertisements

Read Full Post »

Του Θοδωρή Ρούμπανη, στο Έθνος

Όταν ο Κωστής Παλαμάς έγραφε για την Αθήνα και την αποτιμούσε σαν «διαμαντόπετρα στης Γης το δαχτυλίδι», δεν είχε στον νου τη σημερινή τερατούπολη. Στη δεκαετία του 1920 κοσμούσαν την ελληνική πρωτεύουσα μερικά αρχιτεκτονικά αριστουργήματα . Τα περισσότερα από εκείνα τα νεοκλασικά θυσιάστηκαν στον βωμό της ανοικοδόμησης τις δεκαετίες του 1960 και 1970.

Αναδάσωση στον Λόφο του Αστεροσκοπείου αμέσως μετά τον πόλεμο

Ομως, μη φανταστεί κανείς ότι η πόλη της Παλλάδας ήταν κάποιος επίγειος παράδεισος. Μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από το κέντρο της ο κόσμος ζούσε σε ελεεινές συνθήκες. Ρεαλιστική περιγραφή της κατάστασης θα κάνει ο δήμαρχος Σπύρος Μερκούρης με την ομιλία του στο Δημοτικό Συμβούλιο, 23 Δεκεμβρίου 1899. Θα πει: «Η πόλις ημών υστερεί εις όλα. Δεν έχει ύδωρ, δεν έχει επαρκή φωτισμόν, δεν έχει καλάς οδούς, δεν έχει ευπρεπείς αγοράς, σφαγεία, υπονόμους. Αντί τούτων έχει εν αφθονία σύννεφα κονιορτού, βωμούς ακαθαρσιών και καταβόθρας εις τα οδούς». Θεώρησε ως «τα τρία μεγάλα της πόλεως κακά, τον κονιορτόν, τη λειψυδρίαν και την ακαθαρσίαν». Βεβαίωσε ότι θα τα καταπολεμήσει. Η αλήθεια είναι ότι με την καταπολέμησή τους χρειάστηκε να παλέψουν δεκαετίες ολόκληρες δημοτικές Αρχές και δημότες. Και είναι αλήθεια ότι τα προβλήματα της Αθήνας αποδείχτηκαν τελικά κάτι σαν τη Λερναία Υδρα, όπου κόβοντας ένα κεφάλι ξεφυτρώνουν δύο.

Η οδός Ερμού στολισμένη στις αρχές του 20ού αιώνα

Με διάταγμα του Οθωνα το 1834
Το μικρό χωριό που έγινε πρωτεύουσα

Η Αθήνα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους στις 18 Σεπτεμβρίου 1834 με διάταγμα του Οθωνα. Μέχρι τότε έδρα της κυβέρνησης ήταν το Ναύπλιο. Τα πρωτεία διεκδικούσαν και άλλες πόλεις. Εγιναν συζητήσεις για την Κόρινθο, το Αργος, την Τρίπολη, τα Μέγαρα (πρόταση Κωλέττη), τον Πειραιά και τη Σύρα. Ο πληθυσμός της πόλης μόλις και μετά βίας ξεπερνούσε τους 10.000 κατοίκους. Ηταν ένα μικρό χωριό έκτασης 1.163 στρεμμάτων. Σ’ αυτή την έκταση είχαν χτιστεί 1.500 σπίτια και 124 εκκλησίες. Στο τέλος της Επανάστασης του 1821, από τα σπίτια κατοικήσιμα ήταν μόλις 300 και από τις εκκλησίες μόνο 32 ήταν ανέπαφες. Την Αθήνα παρέδωσαν οι Τούρκοι σε έναν λόχο Βαυαρών τη Μεγάλη Παρασκευή 31 Μαρτίου 1833.

Το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο οφείλεται στους αρχιτέκτονες Σταμάτη Κλεάνθη και Εδουάρδο Σάουμπερτ. Αυτοί έκαναν και την πρώτη ονοματοθεσία των δρόμων. Ομως κανείς δεν φανταζόταν τη ραγδαία πληθυσμιακή και οικοδομική ανάπτυξη, με ό,τι στρεβλώσεις συνεπαγόταν. Το 1838, όταν στο Δημοτικό Συμβούλιο έγινε συζήτηση για ονοματοθεσία κεντρικών δρόμων, ο γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας έστελνε γράμμα στη Ρώμη όπου διακωμωδούσε το γεγονός: «Είναι αστείο» -έγραφε- «να γίνεται λόγος περί των ονομάτων των οδών μιας πόλεως η οποία μετά από 100 χρόνια μόλις θα έχει το πολύ 30.000 κατοίκους».

Τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Η άναρχη οικοδόμηση συνόδευσε την πρωτεύουσα από τα πρώτα βήματά της.

Το 1850 ο υπ. Εσωτερικών, Γ. Γλαράκης, έδωσε άδεια να χτιστεί το δυτικό τμήμα. Μόνο οι αντιδράσεις του Τύπου τον υποχρέωσαν να ανακρούσει πρύμναν. Αντίθετα δεν διασώθηκε μια μεγάλη έκταση ανάμεσα στις οδούς Αιόλου, Λυκούργου, Σωκράτους και Σοφοκλέους.

Η δυσωδία περίσσευε στην Αθήνα το 1850
Ασθένειες από το κακής ποιότητας νερό

Η πρώτη σοβαρή λύση του υδρευτικού προβλήματος της Αθήνας έγινε δυνατή το 1931 με τη λειτουργία της τεχνητής λίμνης του Μαραθώνα. Μέχρι τότε οι ανάγκες των κατοίκων εξυπηρετούνταν από το Αδριάνειο Υδραγωγείο, στο οποίο διοχετεύονταν πηγές υδάτων, κυρίως από την Πεντέλη. Το 1850 γίνεται λόγος για νερό, που είναι θολό και μυρίζει. Μεταξύ των διαμαρτυρόμενων συγκαταλέγεται και ο πρώτος δήμαρχος της πόλης, Ανάργυρος Πετράκης (1835-1837).

Ζητεί να καθαριστεί το δίκτυο της συνοικίας Γεράνι, κοντά στον σημερινό Αγιο Κωνσταντίνο (εξ ου και η παρακείμενη οδός Γερανίου). Αντλώντας νερό «εύρον εν αυτώ κόπρον», αναφέρει στο υπόμνημά του. Η βρώμα και η δυσωδία περίσσευαν στην Αθήνα. Πτώματα ζώων ρίχνονταν με άνεση στα ακάλυπτα οικόπεδα. Νερά λίμναζαν μπροστά στις αυλόπορτες. Οι χασάπηδες έσφαζαν τα ζωντανά στα μαγαζιά τους για να αποφύγουν τον φόρο που έπρεπε να καταβάλουν αν χρησιμοποιούσαν τα δημοτικά σφαγεία. Εξαιτίας της κακής ποιότητας του πόσιμου νερού και της έλλειψης στοιχειωδών υγειονομικών μέτρων, συχνά εκδηλώνονταν μεταδοτικές ασθένειες. Τη δεκαετία του 1840 εξαπλώθηκε γρήγορα στον πληθυσμό εξανθηματικό νόσημα, που δεν ταυτοποιήθηκε. Κηλίδες στο δέρμα εμφάνισε ο ίδιος ο Oθων, που κατέφυγε στην Κηφισιά.

Το 1854, όταν δήμαρχος ήταν ο Ιωάννης Κόνιαρης, εκδηλώθηκε φοβερή επιδημία χολέρας. Η μετάδοση της επάρατης αρρώστιας έγινε από γαλλικό πολεμικό πλοίο, που μετείχε μαζί με αγγλικά σκάφη στον αποκλεισμό της Αθήνας και του Πειραιά λόγω του Κριμαϊκού πολέμου. Για τον περιορισμό της χολέρας αποκόπηκε η Αθήνα από το επίνειό της και απαγορεύθηκε κάθε μετακίνηση κατοίκων. Προς στιγμή φάνηκε ότι η επιδημία τέθηκε υπό έλεγχο. Ομως γρήγορα επανήλθε δριμύτερη.

Το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας προσπάθησε με ψυχραιμία να δώσει κάθε δυνατή βοήθεια στους πάσχοντες. Ωστόσο, ο δήμαρχος καταλήφθηκε από τέτοιο φόβο, που εγκατέλειψε και την πόλη και τη θέση του. Κατόπιν τούτου καθαιρέθηκε. Σε παραίτηση υποχρεώθηκε και ο δήμαρχος Πειραιά, Πέτρος Ομηρίδης. Του αποδόθηκε μομφή επειδή δεν είχε πάρει τα απαραίτητα υγειονομικά μέτρα. Οι συνέπειες της επιδημίας ήταν τρομακτικές. Οι νεκροί υπολογίζονται σε χιλιάδες. Το 1885 και το 1886 παρουσιάστηκε επιδημία ελωδών πυρετών, που κυρίως έπληξε τη συνοικία γύρω από το Εργοστάσιο Φωταερίου, το Γκάζι. Της δόθηκε το όνομα «Επιδημία του Γκαζοχωρίου».

Το 1905 η πρώτη ασφαλτόστρωση δρόμου
Εβρεχαν τους χωματόδρομους για να μη σηκώνεται σκόνη

Η σκόνη από τους χωματόδρομους, ο κονιορτός, αποτελούσε μια μόνιμη πληγή για την πόλη.

Απόπειρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος έγινε για πρώτη φορά από τον δήμαρχο Κωνσταντίνο Γαλάτη (1855-1857). Επί των ημερών του εφαρμόστηκε και ο νεωτερισμός του καταβρέγματος των οδών από βυτιοφόρα κάρα.

Μόλις το 1905, επί δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη, αποφασίστηκε να εφαρμοστεί δοκιμαστικά στην Αθήνα η επίστρωση οδών με άσφαλτο. Στις 8 Αυγούστου της χρονιάς εκείνης ανατέθηκε σε αγγλική εταιρεία η επίστρωση με πεπιεσμένη άσφαλτο τμήματος της οδού Αιόλου.

Το πείραμα πέτυχε και στη συνέχεια προχώρησε η ασφαλτόστρωση τμημάτων των οδών Πανεπιστημίου και Πειραιώς, καθώς και της πλατείας Ομονοίας. Ακολούθησαν και άλλοι κεντρικοί δρόμοι.

Το πρόβλημα με τους χωματόδρομους θα συνεχιστεί για πολλές δεκαετίες. Το κατάβρεγμα των δρόμων, με κάρα στην αρχή ή με βυτιοφόρα αυτοκίνητα αργότερα, αποτελούσε μια ανακούφιση.

Ομως η πρωτεύουσα ήταν αντιμέτωπη με τη λειψυδρία και δεν ήταν δυνατό να σπαταλιέται έτσι το νερό. Ο δήμαρχος Σπύρος Πάτσης (1917-1920, 1922-1929) πρόκρινε το θαλασσινό νερό. Η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου έγινε δεκτή από την κυβέρνηση.

Τη μεταφορά του θαλάσσιου ύδατος στην Αθήνα επιφορτίστηκε η αγγλική εταιρεία Ούλεν, που είχε αναλάβει και την κατασκευή του μεγάλου έργου στον Μαραθώνα για τη διαμόρφωση της τεχνητής λίμνης. Ετσι έγινε. Και τα έξοδα βάρυναν εξ ολοκλήρου την εταιρεία, που ούτως ή άλλως είχε συνάψει μια επικερδέστατη σύμβαση για την υδροδότηση της Αθήνας.

Το έργο εξαφανισε τις μολύνσεις και τις ασθένειες
«Ανάσα» με την κατασκευή υπονόμων

Ορισμένες περιοχές της πρωτεύουσας είχαν πάρει ονόματα αντίστοιχα του ρυπαρού περιβάλλοντος που τις χαρακτήριζε. Δεν ήταν όλες μακριά από το κέντρο. Χεζοπόταμος ονομαζόταν η γειτονιά της σημερινής οδού Βουκουρεστίου, όπου τώρα φωτίζονται οι ακριβότερες βιτρίνες της πόλης.

Χεζολίθαρο λεγόταν η περιοχή ανάμεσα σε Μεταξουργείο και Βοτανικό. Εκεί ήταν και ο Μπύθουλας, με τα λιμνάζοντα νερά. Το 1908 το Δημοτικό Συμβούλιο θέλησε να εξευγενίσει τα τοπωνύμια. Το Χεζολίθαρο και τον Μπύθουλα (όλη μαζί την περιοχή) βάφτισε Ακαδημία Πλάτωνος. Κοντά βρισκόταν και ο Μινώταυρος, δηλαδή το τέλμα, που απλωνόταν γύρω από την εκκλησία του Προφήτη Δανιήλ.

Οι Αθηναίοι ξέρουν ότι όλη αυτή η περιοχή διασχίζεται σήμερα από την οδό Σπύρου Πάτση. Δόθηκε στον δρόμο το όνομα του δραστήριου δημάρχου, διότι με δικές του ενέργειες έφυγε από εκεί η βρώμα και η δυσωδία.

Οι εστίες μολύνσεων και ασθενειών εξαφανίστηκαν με την κατασκευή αποχετευτικού αγωγού μήκους 7.875 μέτρων, καθώς και υπονόμων μεγάλων διαστάσεων. Συνολικά δαπανήθηκαν 22 εκατομμύρια δραχμές, ποσό μεγάλο για την εποχή. Καλυφτήκανε, επίσης, τα μεγάλα ρέματα των οδών Καβάλας και Μαρωνείας, που διέρχονταν μέσα από πυκνοκατοικημένες περιοχές και αποτελούσαν πηγές νοσηρότητας,

Τα μεγάλα αυτά εξυγιαντικά έργα απάλλαξαν τη συνοικία από τις δυσώδεις και αποπνικτικές αναθυμιάσεις. Τα διοχετευόμενα ακάθαρτα νερά απορρίφθηκαν στην περιοχή του Νέου Φαλήρου, μέσα στη θάλασσα και σε απόσταση 700 μέτρων από την ακτή.

Στο μυαλό του βενιζελικών φρονημάτων Σπύρου Πάτση βρισκόταν κατ’ εξοχήν το ζήτημα να εξασφαλιστεί η καθαριότητα της πόλης. Επί των ημερών του η δημοτική Αρχή εξασφάλισε την αντικατάσταση του απαρχαιωμένου τρόπου αποκομιδής των απορριμμάτων με κάρα καθαριότητας.

Αγόρασε 15 σύγχρονα αυτοκίνητα, που αποτέλεσαν σοβαρό βήμα προς την εξυγίανση στον ζωτικό τομέα της δημοτικής μέριμνας, τον συνδεόμενο με την υγεία των κατοίκων της πόλης, αλλά και την εμφάνισή της.

Η αύξηση των οχημάτων καθαριότητας και των καταβρεχτήρων δημιούργησε την ανάγκη να διαμορφωθούν χώροι στάθμευσης και ασφαλούς φύλαξης. Ετσι, αποκτήθηκαν τα πρώτα δημοτικά γκαράζ.

Ο Δήμος για τον σκοπό αυτό αγόρασε το 1928 μεγάλο οικόπεδο στην αρχή της οδού Λιοσίων. Εκεί βρίσκεται σήμερα το κτίριο που στεγάζει τις διοικητικές υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων. Αλλος ένας χώρος στάθμευσης διαμορφώθηκε σε δημοτικό οικόπεδο στους Αμπελόκηπους, κοντά στο γήπεδο του «Παναθηναϊκού».

Read Full Post »

Tου Βασίλη Σ. Κανέλλη, στην Ημερησία

Με… δύο ταχύτητες κινείται η αγορά ακινήτων στο κέντρο της Αθήνας και με τις τιμές να βρίσκονται σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Από τη μια οι περιοχές που έχουν μετατραπεί σε γκέτο, απαξιωμένες, με παλαιές πολυκατοικίες και παντελή έλλειψη σχεδίου για αναπλάσεις. Από την άλλη, ορισμένες γειτονιές που διαθέτουν ακίνητα πανάκριβα και άλλες οι οποίες αναγεννώνται από τις στάχτες τους κυρίως χάρη σε μεγάλα οικιστικά συγκροτήματα που προωθούν ιδιωτικές εταιρείες.

Ετσι, μέσα σε πολύ κοντινή απόσταση μπορεί να βρει κανείς καινούργια κατοικία που κοστίζει 10.000 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο αλλά και επίσης νεόδμητο διαμέρισμα με 1.500 ευρώ/τ.μ. Χαρακτηριστικά αναφέρουν παράγοντες της αγοράς ότι τα τελευταία χρόνια ο Κολωνός απομακρύνθηκε ιδιαίτερα από το… Κολωνάκι και η διαφορά μεταξύ νεόδμητων κατοικιών στις δύο περιοχές είναι χαώδης.

Πάντως, οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι αλλαγές είναι συνεχείς και ραγδαίες και αρκεί ένα γεγονός, μια ανάπλαση ή μια επένδυση για να αλλάξει την εικόνα ολόκληρης γειτονιάς. Κλασσικό παράδειγμα είναι η λειτουργία του Μουσείου της Ακρόπολης. Μέσα σε λίγους μήνες η περιοχή κάτω από τον ιερό βράχο έγινε ανάρπαστη, ιδιαίτερα για τα επαγγελματικά ακίνητα. Η κίνηση αυξήθηκε κατακόρυφα και οι έμποροι της περιοχής κάνουν χρυσές δουλειές από τον κόσμο που φτάνει για να επισκεφθεί το Μουσείο. Παράλληλα, αύξηση κατά 50% καταγράφεται και στη ζήτηση για διαμερίσματα στη γύρω από την Ακρόπολη περιοχή, και ιδιαίτερα σε Κουκάκι, Μακρυγιάννη αν και εδώ και πολλά χρόνια όποιο σπίτι είχε… παράθυρο προς τον Παρθενώνα ήταν σκέτο χρυσάφι.

Η προσδοκία

Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η προσδοκία και μόνο του μουσείου εκτόξευσε στα ύψη τις τιμές των ακινήτων. Για σπίτια στην περιοχή του Μακρυγιάννη και στο Κουκάκι ακούγονται τιμές πάνω από 4.000 ευρώ το τετραγωνικό ενώ όσα έχουν θέα στο Μουσείο ή στην Ακρόπολη βγαίνουν στην κυριολεξία σε… πλειστηριασμό. Οι τιμές που έχουν ακουστεί για παλαιές οικίες πάνω στην πεζοδρομημένη Διονυσίου Αρεοπαγίτου ξεπερνούν τα 10.000 ευρώ/τ.μ. ενώ για παλαιά νεοκλασικά έχουν υπογραφεί συμβόλαια με ποσά πάνω από 3-4 εκατ. ευρώ.

Η περιοχή τείνει να γίνει το νέο… Κολωνάκι του κέντρου με πολύ ακριβά ακίνητα και πολλούς γνωστούς Αθηναίους με χρήματα να αγοράζουν όσο – όσο. Σε κάθε περίπτωση, το ιστορικό κέντρο της Αθήνας επανέρχεται στο προσκήνιο για υποψήφιους αγοραστές σπιτιών ή καταστηματάρχες που βλέπουν ότι θα γίνουν «χρυσές δουλειές» τα επόμενα χρόνια.

Εκτός από την περιοχή του Μεταξουργείου και το Κουκάκι, τρεις ακόμη γειτονιές του κέντρου κλέβουν την παράσταση στην αγορά κατοικίας. Το Θησείο, παραδοσιακή δύναμη της κτηματαγοράς, διαθέτει παλαιά, ανακαινισμένα σπίτια τα οποία πωλούνται σε τιμές που ξεπερνούν τα 3.200 ευρώ/.τμ. αλλά υπάρχουν και μεταχειρισμένα σε κακή κατάσταση από 1.300 ευρώ/τ.μ. Ο Κεραμεικός, παρ’ ότι τα σχέδια ανάπλασης και δημιουργίας μιας γειτονιάς του πολιτισμού και των γραμμάτων έχουν καθυστερήσει, είναι από τις περιοχές οι οποίες προσελκύουν νέους επενδυτές. Τα νεόδμητα σπίτια ξεπερνούν τα 2.500 ευρώ/τ.μ.

Στο κέντρο δεσπόζει φυσικά το Κολωνάκι και η ευρύτερη περιοχή του Λυκαβηττού όπου η έλλειψη οικοπέδων έχει εκτινάξει στα ύψη τις τιμές των κατοικιών. Παλαιά διαμερίσματα με θέα πωλούνται πάνω από 1 εκατ. ευρώ ενώ ότι καινούργιο βγαίνει στην αγορά προς πώληση γίνεται ανάρπαστο ακόμη κι αν κοστίζει κοντά στα 8.000 ευρώ/τ.μ. Την έκπληξη κάνουν και περιοχές που δεν είναι… συνυφασμένες με την ανάπτυξη, όπως το Μεταξουργείο και ο Βοτανικός. Στην πρώτη περίπτωση γίνονται προσπάθειες για αναπλάσεις και κατασκευή νέων κατοικιών που θα προσελκύσουν κόσμο. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και ο όμιλος ΓΕΚ – ΤΕΡΝΑ ο οποίος ολοκλήρωσε συγκρότημα 40 πολυτελών κατοικιών στην οδό Μυλλέρου. Το συγκρότημα των 6.500 τ.μ. βραβεύτηκε πρόσφατα με το «Βραβείο του Καλύτερου Πραγματοποιημένου Έργου των ετών 2007 – 2009» της διεθνούς επιθεώρησης αρχιτεκτονικής «Δομές».

Από την άλλη, ο Βοτανικός αποτελεί το μεγάλο στοίχημα της κτηματαγοράς. Οι τιμές των ακινήτων έχουν διπλασιαστεί μόνο με την προσδοκία της ανάπλασης και τα καινούργια διαμερίσματα πωλούνται κατά μέσο όρο γύρω στα 2.500 ευρώ/τ.μ. Στην περιοχή, και συγκεκριμένα δίπλα στον πολυχώρο Αθηναΐς ο όμιλος Μαμιδάκη κατασκευάζει συγκρότημα πολυτελών Lofts, το «Αthinais Τower Lofts», το οποίο περιλαμβάνει συνολικά 72 «έξυπνα σπίτια» με μεγάλες βεράντες και κόστος που μπορεί να ξεπερνά τα 5.000 ευρώ/τ.μ. Υπάρχει βέβαια και το Thission Lofts στην οδό Πειραιώς στο Θησείο το οποίο είναι επίσης ένα συγκρότημα με 19 πολυτελή σπίτια.

Η απαξίωση

Η άλλη πλευρά του… Ιανού στο κέντρο της Αθήνας είναι αποκρουστική για πολλούς. Περιοχές – γκέτο, γειτονιές που έχουν υποβαθμιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλές πολυκατοικίες και ισόγεια καταστήματα να είναι άδεια επί χρόνια. Μόνο οικονομικοί μετανάστες και παράνομοι αλλοδαποί κινούνται στις περιοχές όπως κάτω από το Δημαρχείο, στον Κολωνό, ορισμένα σημεία στο Μεταξουργείο, στην περιοχή κάτω από την Ομόνοια, στον πλατεία Βικτωρίας, τον Αγιο Παντελεήμονα, την πλατεία Αμερικής. Η εικόνα του χάους έχει διώξει τους περισσότερους Ελληνες οι οποίοι ενοικιάζουν τα παλαιά διαμερίσματά τους σε ξένους ενώ πολλοί μετανάστες είναι πλέον ιδιοκτήτες σπιτιών, και ευτυχώς διότι θα είχαν μετατραπεί πολλά κτίρια σε φαντάσματα. Ακόμη και καινούργια διαμερίσματα πωλούνται 1.200 ευρώ/τ.μ. ενώ οι κατώτερες τιμές στις παραπάνω περιοχές μπορεί να φτάσουν τα 700 ευρώ/τ.μ.

Read Full Post »

Tου Νικου Bατοπουλου, στην Καθημερινή.

Iσως να έφταιγε η Οντρεϊ Χέπμπορν και ο Γκρέγκορι Πεκ που ένα ζεστό Σάββατο βράδυ έφθασα στα «Παναθήναια» της οδού Μαυρομιχάλη για να δω το «Διακοπές στη Ρώμη». «Είναι στη Νεάπολη», με διόρθωσαν όταν –εκ παραδρομής, έστω– θεώρησα λογικό να τοποθετήσω το όμορφο αυτό σινεμά (με χαλίκι!) στην περιοχή των Εξαρχείων. Καθώς είχα φθάσει νωρίς, έκανα μια βόλτα στους γύρω δρόμους. Πήρα κάτω τη Μαυρομιχάλη και λοξοκοιτούσα τα στενά. Είχα χρόνια να περπατήσω στη «Νεάπολη» και μάλιστα αυγουστιάτικο σούρουπο Σαββάτου, πράγμα που σημαίνει ότι οι δρόμοι ήταν άδειοι και το χλωμό φως τύλιγε με μια απόκοσμη αύρα τις πολυκατοικίες του ’60 και τα παλιά σπίτια, σε μία μείξη που θα ήθελε, ενδεχομένως, να είναι γοητευτική αλλά που δεν τα κατάφερνε και τόσο.

Μιλάει άραγε κανείς για τη Νεάπολη, αναρωτήθηκα, καθώς σκέφτηκα ότι οι αστικές γειτονιές που ήταν στην επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια ήταν τα Εξάρχεια, ο Αγιος Παντελεήμων Αχαρνών, η Κυψέλη και το Μεταξουργείο. Για τη Νεάπολη, λίγα πράγματα, όπως και ελάχιστα απασχολούν την επικαιρότητα το Παγκράτι, το Μετς ή τα Πατήσια. Ισως καλύτερα, σκέφτηκα. Γιατί η απουσία προβολής σημαίνει ότι η γειτονιά είναι πιο φιλήσυχη. Επίσης, σημαίνει ότι τα σχέδια του real estate δεν έχουν συμπεριλάβει τη Μαυρομιχάλη, την Ιπποκράτους ή τη Χαριλάου Τρικούπη, στις εκβολές τους στην Αλεξάνδρας. Καθώς, όμως, περπατούσα σκανάροντας την περιοχή, μόνος σε μια άσφαλτο που άχνιζε τη ζέστη της μέρας που έσβηνε, παρατήρησα ότι πολλά παλιά σπίτια είχαν ανακαινισθεί και ότι μέσα έμεναν άνθρωποι που τα αγαπούσαν. Είχαν χωρίς αμφιβολία επενδύσει πολλά χρήματα για να μετατρέψουν αυτές τις παλιές κατοικίες, χτισμένες στα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου οι περισσότερες, αλλά με όψιμο νεοκλασικό στυλ, σε σύγχρονα σπίτια με ανέσεις αλλά και αίσθηση της αθηναϊκής ιστορίας. Δύο-τρία μάλιστα από τα σπίτια αυτά ήταν πρώτης τάξεως, θα έστεκαν σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πόλη και επιπλέον είχαν και τη γλύκα και την ταπεινότητα της αθηναϊκής συνοικίας.

Σιγά σιγά, η μείξη της Νεάπολης, με τις καταθλιπτικές πολυκατοικίες της και τα νοικοκυρίστικα σπίτια του 1920, με κάποια σκόρπια ερείπια οικογενειακών, άλλοτε, εστιών, με το απαλλοτριωμένο οικόπεδο του ΟΣΚ, με τα καφενεία και τις ταβέρνες, όπου ο χρόνος είχε σταματήσει, με βιβλιοπωλεία και μικρομάγαζα, άρχισε να με κερδίζει γιατί ένιωθα ότι πίσω από τη φαινομενική ακινησία υπήρχε διάθεση για ήρεμη ζωή. Κάποια παράθυρα άρχισαν να φωτίζουν καθώς έπεφτε η νύχτα, ένα νεοκλασικό σπίτι έμοιαζε με κουκλόσπιτο, από ένα ισόγειο πολυκατοικίας ακούστηκε Καζαντζίδης και μύρισε τηγανητό φαγητό.

Ηταν η αντίθετη ατμόσφαιρα από αυτήν που είχα συναντήσει στο Μεταξουργείο, όπου είχα βρει έκπληκτος, σαν τουρίστας στην Αθήνα, την οδό Ιάσονος με πλήρη μέτωπα νεοκλασικών σπιτιών σε παράταξη, που όμοιά της δεν συναντάς σε άλλες αστικές περιοχές κατοικίας. Η Ιάσονος είναι γοητευτική μέσα στην παρακμή της, όλα σχεδόν τα παλιά σπίτια είναι πορνεία, οι τοίχοι είναι βαμμένοι μωβ, πράσινοι, λουλακί, υπάρχει ένας απόηχος Αβάνας ή Μεξικού. Είχα πάει εκεί για την γκαλερί The Breeder, που είναι ένα ultra-modern box, λευκό και κλινικά αέρινο, μέσα στην υγρασία και τις σκιές του παλιού Μεταξουργείου! Ενα εντυπωσιακό κοντράστ! Δεν βλέπεις κατοικίες στο Μεταξουργείο, όπως βλέπεις στη Νεάπολη. Υπάρχουν, φυσικά, αλλά απουσιάζει η συνοχή της αστικής συνέχειας που βλέπει κανείς στη μικρο-μεσοαστική Νεάπολη.

Ισως, όμως, γι’ αυτό, το Μεταξουργείο με τον ιστό του τρύπιο σαν ελβετική γραβιέρα, είναι η περιοχή στην οποία πολλοί ποντάρουν ότι θα «ανέβει». Είναι ο αντίποδας της Νεάπολης. Οταν το Μεταξουργείο είχε συγκεντρώσεις αστικού πληθυσμού πριν από το 1900, η Νεάπολη μόλις είχε αρχίσει να βλέπει το φως της μέρας. Ηταν η νέα γειτονιά, εξ ου και το όνομά της, που γρήγορα γέμισε με σπίτια που νοίκιαζαν δωμάτια σε φοιτητές του Πανεπιστημίου που έρχονταν από την επαρχία.

Σήμερα, η Νεάπολη μοιάζει λίγο ξεχασμένη, αλλά η ζωή της είναι οργανωμένη και ήρεμη. Διαθέτει τον ωραιότερο ίσως δρόμο της κεντρικής Αθήνας, την οδό Παπατσώρη, που δείχνει την κλίμακα της αθηναϊκής συνοικίας με τον καλύτερο τρόπο. Ζει όμως πίσω από τα «πρωτοσέλιδα» και τα σχέδια των επενδυτών. Αυτά υπάρχουν για το Μεταξουργείο, τον Κεραμεικό και τον Βοτανικό, που βρίσκονται σε διαδικασία συμπλήρωσης του αστικού ιστού τους. Μοιάζει παράδοξο, αν σκεφτεί κανείς ότι το Μεταξουργείο ήταν μια αστική γειτονιά πριν από 100-120 χρόνια και έως το 1950. Οι αθηναϊκοί κύκλοι ζωής το βύθισαν και σήμερα, είμαστε μάρτυρες της ανέλκυσής του. Η εσωτερική γεωγραφία της Αθήνας είναι ένας χάρτης με πολλές, άγνωστες ηπείρους.

Read Full Post »

Της Στέλλας Χαράμης, στον Ελεύθερο Τύπο.

Στην παγωμένη κοιλάδα του Ελβα, στα σπλάχνα του Αμβούργου, γεννιέται μια καινούργια πόλη. Είναι το HafenCity, η μεγαλύτερη εν εξελίξει αστική ανάπλαση επί ευρωπαϊκού εδάφους. Σε αποβάθρες έκτασης 157 εκταρίων (1.570 στρεμμάτων) που το 19ο αιώνα αποτέλεσαν χώρους υποδοχής του βιομηχανικού «Βig Βang», αλλά σήμερα στέκουν παρηκμασμένες, δημιουργείται ένα πρότυπο κράμα κατοικίας, εμπορίου, πολιτισμού, ψυχαγωγίας, γραφειακών χρήσεων και δημόσιων χώρων.

Πλατείες, πάρκα και χώροι περιπάτου θα αποτελέσουν σύμφωνα με το σχεδιασμό το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις κτιριακές υποδομές ανεβάζοντας τους χώρους ελεύθερης πρόσβασης στο 40% της έκτασης. «Ολοι οι τομείς που μέχρι τώρα θεωρούσαμε συμπληρωματικούς αναδεικνύονται σε καθ’ εαυτόν οικοδόμημα της άρθρωσης πόλεων», τονίζει ο επίκουρος καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας, Γιώργος Τζιρτζιλάκης. Η πρόκληση του HafenCity έχει εξασφαλίσει τη συμμετοχή σταρ της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής, όπως ο Ολλανδός Rem Koolhas, οι Ελβετοί Herzog και de Meuron, ο Ιταλός Massimiliano Fuksas και η Ισπανίδα Beth Gali, ο καθένας εκ των οποίων υπογράφουν ρηξικέλευθες πολιτιστικές υποδομές, τοπόσημα για το Αμβούργο του αύριο.

Το management του έργου έχει αναλάβει ο Δήμος Αμβούργου, αν και μόνο το 1/6 των δαπανών -1,3 δισεκατομμύρια ευρώ από τα 6,3 που απαιτούνται συνολικά- θα αντληθούν από κρατικά κονδύλια. Η μικτή επένδυση πρακτικά σημαίνει ότι οι ιδιώτες θα κινούνται κάτω από αυστηρό θεσμικό και πολεοδομικό έλεγχο. «Μόνο με επιτήρηση εξασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον. Η εμπειρία έχει δείξει ότι η άνευ όρων παράδοση στους ιδιώτες, ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, ενέχει τον κίνδυνο κατάρρευσης του project», παρατηρεί ο λέκτορας του ΕΜΠ Νίκος Μπελαβίλας.

Αν όλα κυλήσουν ομαλά, η επανακατοίκηση του θαλάσσιου μετώπου του Αμβούργου αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2020. Εως τότε υπολογίζεται ότι θα έχει αυξηθεί κατά 40% η έκταση του ιστορικού κέντρου, θα έχουν κατασκευαστεί 5.500 διαμερίσματα, θα έχουν εγκατασταθεί 12.000 νέοι κάτοικοι και θα έχουν βρει επαγγελματική στέγη σχεδόν 40.000 άνθρωποι. Συνεπώς η πόλη δεν αλλάζει διαστάσεις. Αντιθέτως, «το Αμβούργο γυρίζει στο Αμβούργο, μπαίνει ξανά στα σωθικά του. Ισως αυτό είναι το πιο θετικό στοιχείο του εγχειρήματος: διακόπτεται η προς τα έξω επέκταση. Μόνον έτσι μπορούν να διατηρηθούν αλώβητες οι εξωτερικές ζώνες αστικού πρασίνου», τονίζει ο κ. Τζιτρζιλάκης, αντιπαραθέτοντας το γερμανικό με το αθηναϊκό μοντέλο. «Εδώ εμφανίζεται το μοντέλο εξόδου της πόλης προς τα Μεσόγεια, όπου η Αττική οδός κινδυνεύει να γίνει η νέα (διασκορπισμένη) πλατεία Συντάγματος».

Η επέμβαση στο HafenCity εντάσσεται στο πλαίσιο μιας σειράς δυναμικών αναπλάσεων που γίνονται, αυτή τη στιγμή, σε παλιά ευρωπαϊκά λιμάνια. Από το Ελσίνκι και τη Βαρκελόνη ως το Μπιλμπάο και το Λίβερπουλ, τα παραδοσιακά λιμάνια μετασχηματίζονται μετά την αποβιομηχάνισή τους.

Ο Πειραιάς θα μπορούσε να είναι ένα από αυτά; «Σαφώς», απαντά ο κ. Μπελαβίλας. Η επικρατούσα αδράνεια από την άλλη καταδεικνύει πόσο πίσω βρισκόμαστε σε σχέση με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Μια σύγκριση με το Αμβούργο αρκεί για να μας πείσει.

«Η λιμενοβιομηχανική ζώνη της Δραπετσώνας είναι περίπου η μισή σε έκταση από το HafenCity. To κομμάτι γης που διαπραγματεύεται ο ΟΛΠ με την Εθνική τράπεζα φτάνει τα 60 εκτάρια – αν, δε, συμπληρώναμε την περιοχή ως το Παλατάκι, θα πλησιάζαμε τα 110. Παρ’ όλα αυτά, στο Αμβούργο διατίθεται το 20% για εμπόριο και αναψυχή ενώ στην περίπτωση του Πειραιά διεκδικείται το 60-70%. Υπάρχει πρόνοια για χώρους πρασίνου και πολιτισμού, ενώ εδώ δεν έχουμε καμία τέτοια ένδειξη. Πολλά σιλό του γερμανικού λιμανιού διατηρούνται ως ιστορικά μνημεία, την ώρα που στη Δραπετσώνα κατεδαφίστηκε το 90% των βιομηχανικών κτιρίων», εξηγεί ο κ. Μπελαβίλας. «Ακόμα κι αν διαφωνήσουμε με την τροπή που έχουν πάρει οι αναπλάσεις στην Ευρώπη -καθώς εστιάζουν στη δημιουργία μητροπολιτικών κέντρων- τουλάχιστον διατηρείται ο ρόλος του κρατικού σχεδιασμού και του διαλόγου με τους πολίτες, κάτι που έχουμε ξεχάσει στην Ελλάδα».

Τόσο ο Πειραιάς όσο και η Αθήνα είναι γεμάτη… HafenCities: Βοτανικός, Μεταξουργείο, Κεραμεικός, γειτονιές κάτω από την Ομόνοια, είναι ζώνες αδρανείς που περιμένουν να επανακατοικηθούν. «Η σωστή ανάπλαση όμως πρέπει να επιβάλλει συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους και να διατηρεί τις κοινωνικές συγκροτήσεις, όχι να εκδιώκονται οι κάτοικοι στο όνομα αυτής», σημειώνει ο κ. Τζιρτζιλάκης. «Αν θέλουμε να γίνουμε πόλη που υιοθετεί σύγχρονες αντιλήψεις, πρέπει να απαγκιστρωθούμε από τη μονοδιάστατη αντιμετώπιση πως οτιδήποτε διατίθεται προς μετατροπή πρέπει να γίνει Mall. Αυτή η λογική είναι ισοπεδωτική για την Αθήνα».

Ο «πράσινος» σχεδιασμός
Το «Συμπληρωματικό Σχέδιο Αστικής Ανάπτυξης», όπως ονομάζεται επισήμως η ανάπλαση του HafenCity, επιδιώκει να θέσει νέα δεδομένα στις ευρωπαϊκές αναπλάσεις. «Εστιάζει στην ποιότητα, η οποία αντανακλάται από την αρχιτεκτονική τελειότητα, το υψηλό επίπεδο κατοικίας, τις εντυπωσιακές κατασκευές από νερό, την εμμονή στην ανάπτυξη, τα σημεία αναφοράς», υπόσχονται στο site του HafenCity project.

Κυρίαρχο στοιχείο της η μίξη γης και νερού. Το μεγαλύτερο τμήμα της έκτασης θα «ανέβει» 7,5 με 8 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, με σκοπό να δημιουργηθεί μια νέα τοπιογραφία, «χωρίς ωστόσο να στερείται της ατμόσφαιρας του λιμανιού».

Τα πάρκα ποικίλλουν σε μεγέθη και μερικά από αυτά χωροθετούνται και πάνω στη θάλασσα. Οι δημόσιοι χώροι στη δυτική πλευρά του λιμανιού σχεδιάζονται από το γνωστό αρχιτεκτονικό γραφείο της Βαρκελόνης EMBT, το οποίο έχει αξιοποιήσει ακόμα και τα κύματα ως αντικείμενο design. Ξεχωρίζουν δύο μεγάλες πλατείες σε αμφιθεατρικό σχήμα και σε άμεση οπτική επαφή με την Οπερα Elbphilarmonie. Αλλες μεγάλες πράσινες επιφάνειες, όπου οι πεζοί μπορούν να ξεκουραστούν, θα έχουν θέα από το 2010 σε μια σύγχρονη μαρίνα. Καινοτόμες θεωρούνται και οι ενεργειακές εφαρμογές που στόχο έχουν την εξοικονόμηση ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος.

Βασικά καύσιμα για την κάλυψη των αναγκών της περιοχής θα είναι ο λιθάνθρακας, το φυσικό αέριο και τα επεξεργασμένα λύματα των κατοικιών και των καταστημάτων. Οι κατοικίες θα εξοπλιστούν με μεγάλους θερμοσίφωνες, προκειμένου μακροπρόθεσμα να σχηματιστεί ένας διασπαρμένος ηλιακός θερμοσίφωνας επιφάνειας 1.800 τ.μ.

Οι διάσημες υπογραφές
Σημαντική ώθηση στην αναβάθμιση του HafenCity δίνουν τα επί μέρους έργα που φέρουν την υπογραφή διάσημων, για τις καινοτόμες ιδέες τους, αρχιτεκτόνων.

Ο «τροχός» του Koolhas που θα στεγάσει το Κέντρο Επιστημών και το ενυδρείο του Αμβούργου χωροθετείται στο ανατολικό άκρο της πόλης, συμβολίζοντας μια θαλάσσια πύλη. Στα 23.000 τ.μ. – 8.500 τ.μ. εκ των οποίων θα είναι υποθαλάσσια – θα φιλοξενούνται ακόμα εργαστήρια ερευνών, γραφεία και πολιτιστικοί χώροι. Η εξωτερική του επιφάνεια θα αποτελείται από λεπτή στρώση γυαλιού, προκειμένου να αντανακλά τα χρώματα της θάλασσας, ενώ η τρύπα στο κέντρο του κτιρίου είναι μια ακροθιγής αναφορά στην αλλαγή των κλιματικών συνθηκών. Η ανέγερσή του θα ξεκινήσει μέσα στο 2009 και θα διαρκέσει δύο χρόνια.

Σε ημιτελή κατάσταση βρίσκεται το άλλο εντυπωσιακό οικοδόμημα του HafenCity, η όπερα Elbphilarmonie. Οι εμπνευστές του, Herzog και de Meuron, οραματίζονται κάτι περισσότερο από ένα πολιτιστικό ορόσημο, αλλά έναν αυτόνομο κόμβο φιλοξενίας. Καθώς θα υψώνεται 110 μέτρα πάνω από την κοίτη του Ελβα, η Elbphilarmonie θα συνδυάζει πολυτελή διαμερίσματα με αυτόνομη είσοδο στη δυτική πλευρά, χώρους συνεδριάσεων πέντε αστέρων και φυσικά την αίθουσα της Οπερας. Για τους μη έχοντες του HafenCity έχει προβλεφθεί η δημιουργία μιας προσβάσιμης από το κοινό πλατείας που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις δύο διαφορετικού ύφους ενότητες του κτιρίου.

Read Full Post »

Tου Δημήτρη Ρηγόπουλου, στην Καθημερινή.

Ολο και πιο συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να βρίσκεται σε γειτονιές που αγνοούσε: στο Μεταξουργείο, στο Γκάζι, στον Βοτανικό. Ακόμα συχνότερα διαβάζω για επενδυτικά σχέδια στις ίδιες περιοχές. Και, παραδόξως, δεν είναι τα συνήθη που θα περίμενε κανείς: δηλαδή, καφέ, εστιατόρια, μπαρ κ.λπ. Μια νεόκοπη αγορά «λοφτ» επεκτείνεται διαρκώς, μεταγγίζοντας στις υποβαθμισμένες γειτονιές νέο αίμα: καλλιτέχνες, ορκισμένοι εργένηδες, αιώνιοι έφηβοι, εγχώρια golden boys δοκιμάζουν μια νέα καθημερινότητα με φόντο ένα ημιδιαλυμένο τοπίο από παλιά εργοστάσια, ρημαγμένα σπίτια, κάποιες μάντρες, πολλά νέα στέκια της μόδας και σκόρπιες μεταβιομηχανικές πολυκατοικίες. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες ανακοινώθηκε ένα από τα πιο φιλόδοξα σχέδια για την κατασκευή συγκροτήματος πολυτελών κατοικιών στις παρυφές του Βοτανικού. Σε ποιους απευθύνεται;

Προσπαθώ ειλικρινά να συμμεριστώ το κλίμα αισιοδοξίας που αναδύει η αποφασιστικότητα των επενδυτών (σε χαλεπούς καιρούς) και το χαρούμενο ποτάμι στους δρόμους του Γκαζιού. Σίγουρα προτιμώ έναν καλοφωτισμένο δρόμο με εστιατόρια και μπαρ, παρά ένα σκοτεινό, ρημαγμένο σοκάκι. Είναι καλό για την Αθήνα που ξεχασμένες εφεδρείες της πόλης επανέρχονται στη ζωή. Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να απολαμβάνει το μεταμεσονύχτιο μποτιλιάρισμα της οδού Πειραιώς.

Αλλά η μετατόπιση του κέντρου βάρους από την πλατεία Συντάγματος νοτιότερα της Ομόνοιας δημιουργεί προβλήματα που σήμερα δεν κρύβονται με τίποτα. Το θέμα διαχείρισης του αυξημένου κυκλοφοριακού φόρτου είναι το ελάχιστο. Και είναι ο τομέας που το κράτος τα έχει πάει σχετικά καλύτερα με την επέκταση του μετρό προς τον Κεραμεικό και τον Ελαιώνα. Οι κοινωνικές αναμοχλεύσεις που δημιούργησε το άνοιγμα της Αθήνας στον παλιό της ξεχασμένο εαυτό, μας φέρνει υποχρεωτικά αντιμέτωπους με μια οδυνηρή καθημερινότητα, δραματικα οικεία μόνο σε όσους ζουν νυχθημερόν στις συγκεκριμένες περιοχές. Ολοι οι υπόλοιποι είμαστε περαστικοί και ελάχιστα ενοχλούμαστε από τις επιμέρους παραδρομές που υποπίπτουν στην αντίληψή μας, ενταγμένες, ούτως ή άλλως, σε μια εξαιρετικά βολική «γραφικότητα». Μιλάμε για τα ανεξέλεγκτα ναρκωτικά, την πορνεία, το παράνομο εμπόριο, προβλήματα που φυσικά (και ευτυχώς) δεν μπορεί να ταυτιστούν γεωγραφικά με όλες τις γειτονιές νότια της Ομόνοιας. Ο κανόνας είναι ότι όπου ευδοκιμεί η βιομηχανία της βραδινής διασκέδασης (Ψυρρή, Γκάζι κ.ά.) τα ζητήματα οξυμένης παραβατικότητας μοιάζουν σημαντικά εξασθενημένα. Καθόλου καθησυχαστικό συμπέρασμα, αν απηχεί, όντως, την πραγματικότητα (εδώ μεταφέρουμε μόνο μια προσωπική αίσθηση).

Καλό είναι η Αθήνα να μην έχει να επιλέξει ανάμεσα σε ασφαλείς διασκεδασουπόλεις και ανασφαλή γκέτο, που εξελίχθηκαν σε γκέτο επειδή ακριβώς δεν παραδόθηκαν στη βιομηχανία της νύχτας. Εχουμε τη μεγάλη ευκαιρία να ξαναστήσουμε πραγματικές γειτονιές με πραγματικά σπίτια και πραγματικούς, κανονικούς, ευχαριστημένους ανθρώπους δύο βήματα από την Ομόνοια. Σε λίγα χρόνια θα κριθούμε από τους επόμενους για το τι καταφέραμε.

 

Read Full Post »

Μεγαλοπρεπή οικήματα, κυρίως στο κέντρο, χάσκουν παραμελημένα

Της Ιφιγένειας Διαμαντή, στην Καθημερινή.

Βρίσκονται συνήθως σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας αλλά και σε κάποιους περιφερειακούς δήμους ή και γύρω από το λιμάνι του Πειραιά. Από το μέγεθος και την αρχιτεκτονική τους μπορεί κανείς να υποθέσει ότι τα περισσότερα από αυτά κάποτε θα έζησαν «σπουδαίες μέρες». Ομως τώρα χάσκουν παραμελημένα περιμένοντας κάποιος να ενδιαφερθεί, πριν γκρεμιστούν εντελώς. Ο λόγος για τα εγκαταλελειμμένα κτίρια, συνήθως μεγαλοπρεπή οικήματα που οι ιδιοκτήτες τους δεν είναι σε θέση να συντηρήσουν ή σπίτια που το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς είναι εξαιρετικά μπερδεμένο. Πολλά από αυτά «φιλοξενούν» ατύπως άστεγους ή καταλαμβάνονται από άτομα νεαρής ηλικίας που ζουν σε ομάδες, χρησιμοποιούνται ως στέκι από χρήστες ναρκωτικών ή απλώς μετατρέπονται σε σκουπιδότοπο.

Δυστυχώς, δεν υφίσταται επίσημη συνολική καταγραφή, αποτύπωση και χαρτογράφηση των εγκαταλελειμμένων κτισμάτων, κάτι που θα προσέφερε τη δυνατότητα ενδεχόμενης αξιοποίησής τους προς κοινωνικό όφελος. Οποια στοιχεία προκύπτουν είναι αποσπασματικά και συνήθως προέρχονται από Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) που φροντίζουν άπορους, αστέγους, οικονομικούς μετανάστες, οι οποίοι αποτελούν τις κατ’ εξοχήν κοινωνικές ομάδες που «αξιοποιούν» άδεια σπίτια ή αποθήκες, τις «καβάτζες» όπως τις αποκαλούν μεταξύ τους.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ύπαρξη εγκαταλελειμμένων σπιτιών «είναι ευτύχημα, γιατί βρίσκουν κατάλυμα οι άστεγοι», λέει στην «Κ» η κ. Νικολέτα Κυράνα, κοινωνιολόγος στη ΜΚΟ «Κλίμακα». Τις «καβάτζες» αναζητούν οι άστεγοι σε περιοχές όπως το Γκάζι, ο Βοτανικός, ο Κεραμεικός, το Μεταξουργείο, τα προσφυγικά της Λ. Αλεξάνδρας αλλά και της Νέας Φιλαδέλφειας, γύρω από το λιμάνι του Πειραιά, και όχι μόνον εκεί, αλλά και σε άλλους δήμους και φυσικά σε ολόκληρη την Ελλάδα. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι πολλές φορές «γίνεται μάχη για το ποιος θα εγκατασταθεί», όπως λέει η κ. Κυράνα.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων, ο ιδιοκτήτης δεν εμφανίζεται. Οχι σε όλες, όμως. «Πριν από μερικούς μήνες, είχαμε μια περίπτωση κατά την οποία δύο άστεγοι βρήκαν ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι και ξεκίνησαν να μένουν», εξηγεί στην «Κ» η κ. Εύη Κουκούτση, κοινωνιολόγος στην ίδια ΜΚΟ. «Ερχονταν λογαριασμοί, στο όνομα της ιδιοκτήτριας, τους οποίους προσφέρθηκαν να εξοφλούν οι ίδιοι. Ομως, στην πορεία, εκείνη αποφάσισε ότι ήθελε να αξιοποιήσει το σπίτι κι έτσι έπρεπε να φύγουν».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της «Κλίμακας», που διαθέτει πρόγραμμα στήριξης αστέγων, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, παρουσιάστηκε αύξηση στον αριθμό όσων ζήτησαν τη βοήθεια της οργάνωσης. Ενώ το 2003 ο αριθμός περιστατικών ανερχόταν σε 54, το 2004 ανέβηκε στα 76. «Στην πλειονότητά τους, επρόκειτο για πρώην εργατικό δυναμικό το οποίο δεν είχε πού να απασχοληθεί μετά το πέρας των έργων». Το 2005 καταγράφηκαν συνολικά 99 νέα περιστατικά, ενώ μέχρι και το τέλος του Οκτωβρίου 2008, είχαμε 95. Μέχρι το τέλος του έτους προβλέπουμε πως θα ξεπεράσουν τα 100», καταλήγει χαρακτηριστικά.

Εστίες προβλημάτων

Τα εγκαταλελειμμένα σπίτια δεν μετατρέπονται μόνο σε καταλύματα για απόρους. Στο διατηρητέο ακίνητο της οδού Ρόδου, «κάτω» από την οδό Φυλής, κάθε λογής σκουπίδια, αποκαΐδια, ξεχαρβαλωμένα στρώματα, μπουκάλια, κουρέλια, ακαθαρσίες, μισοκατεστραμμένα έπιπλα, άδεια τενεκεδάκια, χαρτιά, σοβάδες που πέφτουν από τους τοίχους και το ταβάνι, καλύπτουν το πάτωμα και υποδέχονται όποιον σπρώξει τη μισάνοιχτη πόρτα. Χρήστες ναρκωτικών συχνά τρυπώνουν στο κτίριο για να πάρουν τη δόση τους. Συχνά τα σπίτια αυτά αποτελούν εστίες δυσοσμίας και προβλημάτων για τους περιοίκους, αφού κανείς δεν τα ελέγχει και βέβαια δεν τα καθαρίζει.

Στην οδό Αριστομένους, κοντά στον σταθμό Λαρίσης, ένα γωνιακό σπίτι παραμένει κλειστό εδώ και είκοσι χρόνια περίπου. «Παλιά χρησίμευε σαν αποθήκη βιοτεχνίας βρεφικών ειδών», εξηγεί η Μαρίνα Β., που ζει στην περιοχή πολλά χρόνια, όμως «οι ιδιοκτήτες, ενώ ήθελαν να το ανακαινίσουν, δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα κι έτσι έφυγαν».

Με πενιχρά μέσα, δίνουν ζωή σε μέρη που θα ρήμαζαν

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι νέοι «ένοικοι» που εγκαθίστανται σε εγκαταλελειμμένα κτίσματα, έστω και με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν, φροντίζουν να διατηρούν οι ίδιοι την καλή όψη σπιτιών ή αποθηκών και με τη διαμονή τους εκεί δίνουν ζωή σε μέρη που ειδάλλως ρημάζουν. Πολλές φορές δεν διαθέτουν στοιχειώδεις ανέσεις, όπως ρεύμα, άρα θέρμανση και ζεστό νερό, αλλά τουλάχιστον βρίσκονται σε στεγασμένο χώρο, αν και με κίνδυνο για τη σωματική τους ακεραιότητα όταν τα σπίτια είναι ετοιμόρροπα.

Τον περασμένο Μάιο κατέρρευσε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στον Κεραμεικό, τραυματίζοντας έναν 27χρονο. Ακριβώς απέναντι, σε μια αποθήκη, μένει ο 57χρονος κ. Χασάν Μουμίν, που επισκέπτεται τη μη κυβερνητική οργάνωση «Κλίμακα». Είναι λιγομίλητος. Σύμφωνα με όσα είπε στην «Κ», πάσχει από χρόνια κατάθλιψη με τάσεις αυτοκαταστροφής και έχει 67% αναπηρία. Ο ιδιοκτήτης της αποθήκης τού έχει επιτρέψει να μένει εκεί περίπου ένα χρόνο τώρα. Η προηγούμενη «καβάτζα» του, όπου έμενε εδώ και εννέα χρόνια «κάηκε ένα βράδυ», λέει ο ίδιος στην «Κ». «Ανήκε σε έναν δικηγόρο που μου είχε επιτρέψει να μείνω».

Διαφορετική είναι η περίπτωση του 50χρονου κ. Βασίλη Μ. Εδώ και τρία χρόνια μένει μόνος του σε ένα παλιό σπίτι στο Θησείο. Μπορεί να μην έχει θέρμανση, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να το έχει διαμορφώσει όπως μπορεί και του αρέσει. «Την Πρωτομαγιά, μάλιστα, φτιάχνω και πρωτομαγιάτικο στεφάνι», λέει με καμάρι, και μιλά με αγάπη για το «σπίτι του», παρόλο που δεν ήθελε να το απαθανατίσει ο φακός της «Κ», επειδή δεν προλάβαινε να το συγυρίσει.

Read Full Post »

Older Posts »