Τα διλήμματα της νέας Αθήνας

Tου Δημήτρη Ρηγόπουλου, στην Καθημερινή.

Ολο και πιο συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να βρίσκεται σε γειτονιές που αγνοούσε: στο Μεταξουργείο, στο Γκάζι, στον Βοτανικό. Ακόμα συχνότερα διαβάζω για επενδυτικά σχέδια στις ίδιες περιοχές. Και, παραδόξως, δεν είναι τα συνήθη που θα περίμενε κανείς: δηλαδή, καφέ, εστιατόρια, μπαρ κ.λπ. Μια νεόκοπη αγορά «λοφτ» επεκτείνεται διαρκώς, μεταγγίζοντας στις υποβαθμισμένες γειτονιές νέο αίμα: καλλιτέχνες, ορκισμένοι εργένηδες, αιώνιοι έφηβοι, εγχώρια golden boys δοκιμάζουν μια νέα καθημερινότητα με φόντο ένα ημιδιαλυμένο τοπίο από παλιά εργοστάσια, ρημαγμένα σπίτια, κάποιες μάντρες, πολλά νέα στέκια της μόδας και σκόρπιες μεταβιομηχανικές πολυκατοικίες. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες ανακοινώθηκε ένα από τα πιο φιλόδοξα σχέδια για την κατασκευή συγκροτήματος πολυτελών κατοικιών στις παρυφές του Βοτανικού. Σε ποιους απευθύνεται;

Προσπαθώ ειλικρινά να συμμεριστώ το κλίμα αισιοδοξίας που αναδύει η αποφασιστικότητα των επενδυτών (σε χαλεπούς καιρούς) και το χαρούμενο ποτάμι στους δρόμους του Γκαζιού. Σίγουρα προτιμώ έναν καλοφωτισμένο δρόμο με εστιατόρια και μπαρ, παρά ένα σκοτεινό, ρημαγμένο σοκάκι. Είναι καλό για την Αθήνα που ξεχασμένες εφεδρείες της πόλης επανέρχονται στη ζωή. Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να απολαμβάνει το μεταμεσονύχτιο μποτιλιάρισμα της οδού Πειραιώς.

Αλλά η μετατόπιση του κέντρου βάρους από την πλατεία Συντάγματος νοτιότερα της Ομόνοιας δημιουργεί προβλήματα που σήμερα δεν κρύβονται με τίποτα. Το θέμα διαχείρισης του αυξημένου κυκλοφοριακού φόρτου είναι το ελάχιστο. Και είναι ο τομέας που το κράτος τα έχει πάει σχετικά καλύτερα με την επέκταση του μετρό προς τον Κεραμεικό και τον Ελαιώνα. Οι κοινωνικές αναμοχλεύσεις που δημιούργησε το άνοιγμα της Αθήνας στον παλιό της ξεχασμένο εαυτό, μας φέρνει υποχρεωτικά αντιμέτωπους με μια οδυνηρή καθημερινότητα, δραματικα οικεία μόνο σε όσους ζουν νυχθημερόν στις συγκεκριμένες περιοχές. Ολοι οι υπόλοιποι είμαστε περαστικοί και ελάχιστα ενοχλούμαστε από τις επιμέρους παραδρομές που υποπίπτουν στην αντίληψή μας, ενταγμένες, ούτως ή άλλως, σε μια εξαιρετικά βολική «γραφικότητα». Μιλάμε για τα ανεξέλεγκτα ναρκωτικά, την πορνεία, το παράνομο εμπόριο, προβλήματα που φυσικά (και ευτυχώς) δεν μπορεί να ταυτιστούν γεωγραφικά με όλες τις γειτονιές νότια της Ομόνοιας. Ο κανόνας είναι ότι όπου ευδοκιμεί η βιομηχανία της βραδινής διασκέδασης (Ψυρρή, Γκάζι κ.ά.) τα ζητήματα οξυμένης παραβατικότητας μοιάζουν σημαντικά εξασθενημένα. Καθόλου καθησυχαστικό συμπέρασμα, αν απηχεί, όντως, την πραγματικότητα (εδώ μεταφέρουμε μόνο μια προσωπική αίσθηση).

Καλό είναι η Αθήνα να μην έχει να επιλέξει ανάμεσα σε ασφαλείς διασκεδασουπόλεις και ανασφαλή γκέτο, που εξελίχθηκαν σε γκέτο επειδή ακριβώς δεν παραδόθηκαν στη βιομηχανία της νύχτας. Εχουμε τη μεγάλη ευκαιρία να ξαναστήσουμε πραγματικές γειτονιές με πραγματικά σπίτια και πραγματικούς, κανονικούς, ευχαριστημένους ανθρώπους δύο βήματα από την Ομόνοια. Σε λίγα χρόνια θα κριθούμε από τους επόμενους για το τι καταφέραμε.

 

Oι μαύρες τρύπες του αθηναϊκού κέντρου

Tου Δημήτρη Ρηγόπουλου, στην Καθημερινή

Η κυρία Ε. Β. από τα Εξάρχεια ακούγεται στο τηλέφωνο πραγματικά ανακουφισμένη: «Για 15–20 ημέρες θα περνάμε από την πλατεία χωρίς πρόβλημα». Αυτό είναι το προβλεπόμενο διάστημα έως ότου ένα νέο κύμα χρηστών και εμπόρων ναρκωτικών ξεβραστεί για άλλη μια φορά στην πλατεία Εξαρχείων. Προσπαθώ να συμμεριστώ την αισιοδοξία της. Στις δύσκολες γειτονιές της Αθήνας εκπαιδεύεις τον εαυτό σου να εκτιμά τις μικρές ανάπαυλες ηρεμίας και κανονικότητας. «Τώρα που καθάρισε η πλατεία, μετά το “ντου” των αναρχικών, γέμισε ξανά η Τοσίτσα. Ετσι συμβαίνει, ένας κύκλος…».

Μακάρι να ήταν ένας ο κύκλος. Aλλεπάλληλοι κύκλοι εκτροπής και εκκαθάρισης διαδέχονται ο ένας τον άλλο στο αθηναϊκό κέντρο σαν βαριεστημένο τρενάκι του τρόμου που πηγαινοέρχεται νωχελικά από την κόλαση στον παράδεισο χωρίς κανείς να δίνει μεγάλη σημασία.

Σήμερα στον παράδεισο βρίσκεται η πλατεία Εξαρχείων αλλά και το επονομαζόμενο γκέτο, όπισθεν του δημαρχείου της Αθήνας, Ευριπίδου, Σωκράτους, όλη η περιοχή από Αθηνάς μέχρι την πλατεία Κουμουνδούρου.

Βάλτε τη λέξη «παράδεισος» μέσα σε πολλά εισαγωγικά. «Απλώς υπάρχει αστυνόμευση και τα πράγματα δεν γίνονται τόσο απροκάλυπτα όπως στο παρελθόν», μας λέει ένας επαγγελματίας της περιοχής. Μέσα σ’ ένα βράδυ εξαφανίστηκαν οι έγχρωμες πόρνες από τα υπαίθρια πόστα τους στη Σωκράτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι σταμάτησε και το «νταραβέρι», κυρίως όσον αφορά στα ναρκωτικά. «Η αστυνομία είναι Δημόσιο και λειτουργεί λίγο σαν αυτό», τονίζει ιδιοκτήτης γνωστού μπαρ της πλατείας Θεάτρου. «Ενώ τις πρωινές ώρες και το βράδυ υπάρχει έντονη αστυνόμευση, τις πρώτες απογευματινές ώρες παρατηρείται μια χαλάρωση, με αποτέλεσμα να επιστρέφουν οι γνωστές καταστάσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Και φυσικά τα Σαββατοκύριακα».

Ο εφιάλτης του απροκάλυπτου εμπορίου ναρκωτικών (και της χρήσης, πολλές φορές) έφυγε από τη «νεκρή ζώνη» του δημαρχείου και μετακόμισε, παρακαλώ, στο Μεταξουργείο. Μια εκπαιδευτικός, η κ. Ρ. Π., κάτοικος της οδού Κολοκυνθούς εδώ και πολλά χρόνια, ξύπνησε πάλι μέσα στη νύχτα από την οσμή του καπνού. Το παλιό, ερειπωμένο σπίτι στην οδό Ιάσονος, που έγινε τις τελευταίες εβδομάδες στέκι εμπόρων και χρηστών, πήρε φωτιά το βράδυ. Ο ιδιοκτήτης το είχε περιφράξει αλλά οι συμμορίες των εμπόρων ξέρουν πολύ καλά να παραβιάζουν και τα πιο εξελιγμένα συστήματα προστασίας. Το επόμενο πρωί, το καμένο, πια, σπίτι ήταν πάλι γεμάτο.

Δύο βήματα παρακάτω γινόταν μπροστά στα μάτια μας κανονικό εμπόριο ουσιών. Μετά την Κεραμεικού πέσαμε πάνω σε μια πεζή περιπολία αστυνομικών. Είχαν σταματήσει δύο εικοσάχρονους και τους ζητούσαν χαρτιά. Μια ιερόδουλος έκανε το τσιγάρο της στο κατώφλι ενός παλιού σπιτιού: «Ο ένας κάνει εμπόριο. Μπορεί να το ξεφορτώθηκε όμως και να μην του βρούνε τίποτα».

Υστερα από ξενάγηση μισής ώρας στους δρόμους του Μεταξουργείου είχα κουραστεί. Είχα δει εμπόριο, είχα δει χρήση, είχα δει αυτοσχέδιους τεκέδες, είχα δει εξαθλιωμένους ανθρώπους να ξετρυπώνουν σαν τα ποντίκια από χορταριασμένους ακάλυπτους. Ηταν σαν να έβλεπα σε εικόνες την ανατριχιαστική έκθεση της Νομαρχίας Aθηνών, της 30ής Σεπτεμβρίου, για την έρευνά της σε μια τεράστια περιοχή από την Πατησίων και την Ηπείρου έως την Κωνσταντινουπόλεως, την Αιόλου, τη Θερμοπυλών, την Ευριπίδου.

Aποκαλυπτική έκθεση

Τι λέει αυτή η έκθεση; Στις καλύτερες περιπτώσεις 30 – 40 αλλοδαποί συνωστίζονται σε άθλιες συνθήκες, μεταξύ των οποίων και παιδιά. Και στη χειρότερη έως 100 (!) άτομα ανά διαμέρισμα με μία τουαλέτα. Οι ένοικοι συμβιούν με πληθυσμούς από ζωντανές κατσαρίδες (σε αριθμό τέτοιο ώστε να αλλοιώνεται το χρώμα των τοίχων), τρωκτικά, κοριούς και ψύλλους. Κοιμούνται στο πάτωμα, στα μπαλκόνια, στον ακάλυπτο, ανάμεσα σε απορρίμματα, πάνω σε βρώμικες κουρελούδες. Πολλά από αυτά τα κτίρια χρησιμοποιούνται ως ξενοδοχεία ύπνου έναντι πέντε ευρώ την ημέρα. Οι ακάλυπτοι χώροι και οι φωταγωγοί χρησιμεύουν ως χωματερές απορριμμάτων, σε ορισμένες από τις οποίες ξεσπούν συχνά πυρκαγιές. Υπό αυτές τις συνθήκες, απειλείται άμεσα η δημόσια υγεία, εξαιτίας της μετάδοσης σοβαρών μεταδοτικών ασθενειών όπως η βουβωνική πανώλη, ο ενδημικός τύφος και η λεπτοσπείρωση.

Στην ευρύτερη περιοχή της Ομόνοιας (και όχι μόνο) το φαινόμενο της διακίνησης και χρήσης τοξικών ουσιών δείχνει να έχει φύγει από κάθε έλεγχο. Ακόμα: Η πορνεία στον δρόμο με νεαρά κορίτσια από την Αφρική που κανείς δεν ξέρει ούτε το όνομά τους. Με δεδομένο το μεγάλο ποσοστό έιτζ και άλλων λοιμωδών νοσημάτων στις χώρες προέλευσης και την ανυπαρξία μέτρων προφύλαξης και ιατρικού ελέγχου, γίνεται σαφής ο κίνδυνος μετάδοσης σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων. Το φαινόμενο της μαστροπείας ανήλικων κοριτσιών δίνει και παίρνει. Τα περισσότερα κορίτσια είναι θύματα trafficking και οι προαγωγοί τους προκαλούν συχνά σοβαρά επεισόδια.

Εφιάλτης που κάνει κύκλους, από γειτονιά σε γειτονιά. Είναι τέτοιο το μέγεθος, τέτοιο το βάθος της κρίσης, τόσο μεγάλη η απόγνωση, που δεν έχει να πεις τίποτε. Μόνο να σκεφτείς βαθιά.