Δύο άρθρα στην Καθημερινή

«Ελληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι Tου Τάκη Καμπύλη, στην Καθημερινή.

O Κλείτος, παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε πριν από 20 χρόνια στην Ελλάδα (από Αλβανούς γονείς), στην οδό Πέρση στα Ανω Πετράλωνα, δεν είναι Ελληνας.

Για την ακρίβεια, ούτε είναι ούτε δεν είναι. Ο Κλείτος είναι μία αναπάντητη εδώ και χρόνια αίτηση που αραχνιάζει στην αρμόδια διεύθυνση Ιθαγένειας του υπουργείου Εσωτερικών.

Η συγκεκριμένη διεύθυνση είναι ως προς τη λειτουργία της ένα κράτος εν κράτει που δεν υπάγεται στους στοιχειώδεις κανόνες μιας σύγχρονης δημοκρατίας. Ενας θεματοφύλακας «ελληνικότητας» αλλά με όρους κοινωνιοβιολογίας: Μία κιβωτός «ελληνικού DNA». Δικαιούταιμε το νόμονα μην απαντά μέσα σε συγκεκριμένες προθεσμίες στις αιτήσεις απόκτησης ελληνικής ιθαγένειες ή καιόταν απαντάνα μην τις αιτιολογεί! Ετσι η συγκεκριμένη υπηρεσία ουσιαστικά δεν υπόκειται σε κανέναν δικαστικό έλεγχο.

Σένα σύγχρονο κράτος δικαίου μπορεί να υπάρχουν αποφάσεις που είτε μας αρέσουν είτε δεν μας αρέσουν. Οπως άλλωστε και σε κάθε ολοκληρωτικό κράτος. Η διαφορά του πρώτου από το δεύτερο είναι η αντιπροσωπευτικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών.

Ευτυχώς το σύγχρονο Ελληνικό κράτος δεν έχει (και) στον τομέα αυτό καμιά σχέση με ολοκληρωτικά καθεστώτα. Με μοναδική εξαίρεση την υπηρεσία Ιθαγένειας.

Υπάρχουν ιστορικοί λόγοι που εξηγούν το γιατί. Από το 1923 μέχρι το 1978, η «ελληνικότητα», η ιθαγένεια χρησιμοποιήθηκε ως όπλο από το Κράτος για να ξεκαθαρίσει μαυτούς που κάθε εποχή θεωρούσε ως εχθρούς του. Ο αποκλεισμός του κομμουνιστή ή του μειονοτικού από την ελληνική κοινωνία (διά της αφαίρεσης ιθαγένειας) ήταν κοινή πρακτική της δημόσιας διοίκησης.

Υπάρχει όμως και η πραγματικότητα που ξεπερνά τους ιστορικούς λόγους. Περίπου 1.200.000 άνθρωποι ζουν μαζί μας τα τελευταία 20 χρόνια. Ανάμεσά τους αρκετές δεκάδες χιλιάδες που γεννήθηκαν εδώ, τέλειωσαν το Λύκειο και εργάζονται δίπλα μας.

Προφανώς το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει ή δεν πρέπει να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Το ζήτημα είναι να μπουν κανόνες ώστε να μην υποβάλλονται στην ταπεινωτική αυθαιρεσία οποιασδήποτε υπηρεσίας (η οποία μάλιστα έχει εξασφαλίσει το προνόμιο της ατιμωρησίας).

Χρειάζονται να μπουν κανόνες ώστε αυτό το γραφειοκρατικό Γκουαντάναμο να μην κρατάει ομήρους χιλιάδες ανθρώπους έχοντάς τους σένα διαρκές «περίμενε».

Αυτό ουσιαστικά προτείνει και η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που θα παρουσιάσει αύριο στην ΕΣΗΕΑ τις προτάσεις της για έναν νέο Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας.

Μέχρι σήμερα η ιθαγένεια συνδεόταν σχεδόν αποκλειστικά με το «αίμα». Αν λόγου χάρη ο Τόνι Μπάλτσις από το Οχάιοου δεν μιλάει ελληνικά και που δεν έχει έρθει ποτέ του αυτός και ο πατέρας του στην Ελλάδα) αποδείξει πως πριν από τέσσερις γενιές ξεκίνησε ο Αντώνης Μπάλτσης από το Αγρίνιο για τις ΗΠΑ, τότε σαφέστατα προκρίνεται στην απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας από τον Κλείτο.

17-02-09_267751_141

«Δυσμενέστερη η δικαστική μεταχείριση των μεταναστών«, ο εγκληματολόγος Βασίλης Καρύδης, μιλάει στο kathimerini.gr.

 Την εγκληματοποίηση ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων και δη των μεταναστών περιγράφει στο kathimerini.gr ο αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Βασίλης Καρύδης. «Δεν ξέρω αν αυτο αποτελεί μια λανθάνουσα, μη ομολογημένη πολιτική», λέει χαρακτηριστικά.

Ο φόβος που προκαλείται στο αόριστο μόρφωμα και νεωτερικό δημιούργημα της «κοινής γνώμης» από την συμμετοχή των μεταναστών στην εγκληματικότητα, είναι σε αρκετές περιπτώσεις λανθασμένος και κυρίως αποτέλεσμα της ανυπαρξίας ορθής μεταναστευτικής πολιτικής.

Ο εγκληματολόγος Βασίλης Καρύδης, μιλώντας στο kathimerini.gr σχολιάζει την ανεπάρκεια των ερμηνειών που προκύπτουν από την ανάγνωση των επίσημων στοιχείων που παρέχει η Αστυνομία.

«Με την τεχνική κατά συνέπεια έννοια του ‘νομικού εγκλήματος’ οι Έλληνες πολίτες εγκληματούν σε μεγαλύτερο βαθμό από τους αλλοδαπούς γενικά και τους λαθρομετανάστες ειδικότερα. Αυτή όμως η διαπίστωση διακρίνεται από προχειρότητα», έχει γράψει στο παρελθόν ο κ. Καρύδης.

«Ωστόσο», συνεχίζει, «αν πάμε στην εγκληματικότητα του δρόμου η εικόνα περιπλέκεται. Για παράδειγμα στην ανθρωποκτονία με πρόθεση, στις ληστείες και στους βιασμούς, το ποσοστό των αλλοδαπών είναι πολύ μεγαλύτερο από τον αριθμό που αντιπροσωπεύουν στο γενικό πληθυσμό, περίπου στο 30%-35%».

«Είναι μεθοδολογικό σφάλμα να συγκρίνουμε τα ποσοστά συμμετοχής της μεταναστευτικής κοινότητας στο έγκλημα επί του γενικού πληθυσμού».

Σε πρόσφατη εργασία του που βρίσκεται υπό δημοσίευση ο κ. Καρύδης αναφέρεται εκτενώς στην «υπερεκπροσώπηση» των μεταναστών στην εικόνα της εγκληματικότητας, αναλύοντας κρίσιμες παραμέτρους που δεν λαμβάνονται υπόψη στα επίσημα στοιχεία.

Στο γεγονός ότι οι μετανάστες αντιστοιχούν στο 10% του συνολικού πληθυσμού, προστίθεται και η παράμετρος της ηλικιακής κατανομής. Συγκεκριμένα, το 60% των μεταναστών ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 20-44 ετών, ομάδα στην οποία εντοπίζεται παραπάνω από το 90% των ανθρωποκτονιών (ληστειών και βιασμών). Την ίδια στιγμή, το αντίστοιχο ποσοστό των Ελλήνων (γηγενών) ανέρχεται στο 40%.

«Σ’ αυτήν την περίπτωση», γράφει ο κ. Καρύδης «το ποσοστό των μεταναστών στη ‘συνολικό πληθυσμό των εγκληματούντων’ ανεβαίνει στο 15%, συνεπώς η υπερεκπροσώπησή τους χρειάζεται στάθμιση».

Η «επιλεκτικότητα» της ελληνικής κοινωνίας

Ο Βασίλης Καρύδης μιλά για την εγκληματοποίηση ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων και δη των μεταναστών η οποία αφορά όχι μόνο τις διωκτικές αρχές αλλά και το ποινικό σύστημα της χώρας.

Μια από τις καθοριστικές παραμέτρους στην στατιστική καταγραφή της εγκληματικότητας και στην επακόλουθη εξαγωγή συμπερασμάτων είναι η ένταση και η ποιότητα της αστυνομικής επιτήρησης. «Ο στενότερος ποσοτικά και ποιοτικά αστυνομικός έλεγχος και η έμφαση στην επιτήρηση ορισμένων κοινωνικών ομάδων καταλήγει στην μοιραία στην αποκάλυψη περισσότερων εγκλημάτων και κατά συνέπεια στην στατιστική υπερεκπροσώπησή τους», αναφέρει στο βιβλίο του «Η αθέατη εγκληματικότητα-Εθνική Θυματολογική Έρευνα», ο κ. Καρύδης.

«Οι μετανάστες ελέγχονται από την αστυνομία περίπου 15 φορές περισσότερο από τους Έλληνες», επισημαίνει και εξηγεί: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν διακρίσεις και παραβίασης δικαιωμάτων σε μεγάλη κλίμακα εναντίον των μεταναστών. Ωστόσο, δεν ξέρω αν είναι ζήτημα προκαταλήψεων ή αποτελεί μια λανθάνουσα, μη ομολογημένη πολιτική. Επιφυλάσσομαι παρόλα αυτά είναι κάτι που με απασχολεί».

Έχει πολλάκις υποστηριχτεί ότι τα στερεότυπα των «κακών» μεταναστών που εντάχθηκαν στο συλλογισμό της ελληνικής κοινωνίας με την έλευση μεταναστών τη δεκαετία του ’90, έχει συμβάλλει στα μέγιστα στη διαμόρφωση μιας στρεβλής εικόνας της κοινωνικής πραγματικότητας.

Την ίδια στιγμή, οι αντιλήψεις που έθεταν σε δυσμένεια τον «άλλο» Αλβανό, Ρουμάνο, Βούλγαρο κλπ., αποτυπώνονται και στη δικαστική μεταχείριση των μεταναστών.

«Αυτό που φαίνεται είναι ότι πράγματι, κυρίως ως προς τη βαρύτητα των ποινών υπάρχει μια σαφής διαφοροποίηση εκ μέρους των δικαστών, ως προς τη δυσμενέστερη μεταχείριση των μεταναστών -ιδιαίτερα στα βαριά εγκλήματα, στα κακουργήματα».

Τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την αδημοσίευτη έρευνα (2004-2006) που παραχώρησε στο kathimerini.gr o κ. Καρύδης, υποδεικνύουν την δικαστική μεταχείριση των μεταναστών. Σε δείγμα 767 εγκληματούντων (351 Έλληνες και 416 αλλοδαπών, 45,8% και 54,2% αντίστοιχα), εξετάστηκε ποιοτικά η διάρκεια και η βαρύτητα των ποινών.

Για παράδειγμα οι Έλληνες που συλλαμβάνονταν για σχετικά μικρή ποσότητα «ελαφρών» ναρκωτικών, έρχονταν αντιμέτωποι με ποινή φυλάκισης (κατά μέσο όρο) από 3 έως 5 χρόνια. Στον αντίποδα, οι μετανάστες αντιμετώπιζαν φυλάκιση από 6,5 έως 10 χρόνια. Στην κατηγορία της μεγάλης ποσότητας «σκληρών» ναρκωτικών οι Έλληνες τιμωρούνταν με 7 έως 10 χρόνια ενώ οι μετανάστες από 10 έως 23.

«Στην περίπτωση των Ελλήνων εγκληματούντων, υπάρχει μια ‘φυσιολογική’ κλιμάκωση των ποινών, ανάλογα με την βαρύτητα του εγκλήματος, το είδος και τη ποσότητα των ναρκωτικών. Ωστόσο, στην περίπτωση των αλλοδαπών φαίνεται ότι η ποσότητα και το είδος των ναρκωτικών δεν παίζει σημαντικό ρόλο…μ’ αυτόν τον τρόπο, η σύνθεση του πληθυσμού της φυλακής προφανώς επηρεάζεται από τη δικαστική προκατάληψη απέναντι στους μετανάστες», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έρευνα.