Γεώργιος και Χριστόδουλος Δουρούτης

Οι αδελφοί Γεώργιος και Χριστόδουλος Δουρούτης, γιοι του Ιωάννη, έμποροι του τέλους του 18ου αιώνα, είχαν εμπορικές δραστηριότητες στα Ιωάννινα και την Ιταλία. Ο Γεώργιος Δουρούτης (Καλαρρύτες 1770 – Αγκώνα 1836) παντρεύτηκε την Ελένη Θεοδώρου Παράσχη το 1798. Στους Καλαρρύτες γεννήθηκαν οι τρεις γιοι του, Ιωάννης (1798 – Αγκώνα 1852), Κωνσταντίνος (1809 – Αθήνα 1878) και Αθανάσιος (1816 – Αθήνα 1901). Η εμπορική διασπορά της οικογένειας οδήγησε τον Γεώργιο στην Αγκώνα το 1793 και τον αδελφό του Χριστόδουλο στην Τεργέστη. Το δίκτυο των εμπορικών του συνεργατών ξεκίνησε από τη Βενετία με τον Γεώργιο Τουρτούρη, το Λιβόρνο με τους Μπαχώμη – Παράσχη οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι εκεί από το 1760 και την Τεργέστη. Στην Ελληνική παροικία της Αγκώνας οι Δουρούτη εμπορεύονται κυρίως το μάλλινο ύφασμα από την πατρίδα.

Σύνηθες δρομολόγιο των εμπορικών τους διαδρομών είναι Καλαρρύτες – Ιωάννινα – Κέρκυρα – Αγκώνα. Οι δραστηριότητες που ανέπτυξαν κινούνται σε πολιτικό – κοινωνικό και εμπορικό επίπεδο. Πολιτικό με τις επαφές τους κατά την επανάσταση του 1821 και τη σχέση τους με τον Καποδίστρια, τον Όθωνα και άλλους πολιτικούς. Οικονομικό με τις εμπορικές τους συναλλαγές. Η ηγετική φυσιογνωμία του Γ. Δουρούτη στην κοινότητα της Αγκώνας επισφραγίσθηκε το 1833 με τον διορισμό του ως πρόξενου του Ελληνικού βασιλείου.

Το 1825 αποτελεί τομή για τις εμπορικές δραστηριότητες της οικογένειας. Ο Ιωάννης Δουρούτης παραμένει στην Αγκώνα με τον πατέρα του, ο Κωνσταντίνος μεταβαίνει στην Κέρκυρα και αργότερα στην Αθήνα, όπου τον ακολούθησε και ο Αθανάσιος. Ο Κωνσταντίνος χρηματοδότησε με κεφάλαια που προέρχονταν και από την πατρογονική κτηματική περιουσία στα Ιωάννινα την κατασκευή του Μεταξουργείου στην Αθήνα (γνωστή η πλατεία Μεταξουργείου). Στην κτηματική έκταση που αναφέρθηκε παραπάνω, η οποία ονομάζεται Δουρούτη, βρίσκονται σήμερα τα κτίρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Ο Χριστόδουλος Πρινάρης, μεγαλέμπορος στην Ιταλία, πρέπει να ανήκε στην πρώτη καλαρρυτινή διασπορά. Η οικογένεια ήταν εγκατεστημένη στο Σαν Σεβέρο, μια εύφορη αγροτική περιοχή της Απουλίας, όπου κατείχε και έγγειο ιδιοκτησία. Ήταν έφορος της Φιλικής Εταιρίας στην Ιταλία και κατήχησε ο ίδιος τον Νικόλαο και Δημήτριο Πρινάρη το 1819. Την κόρη του Σωσάνη παντρεύτηκε ο Ιωάννης, πρωτότοκος γιος του Γεωργίου Δουρούτη.

Τα υπόλοιπα ονόματα που αναγράφονται στη μαρμάρινη στήλη της πλατείας του χωριού, εμπεριέχονται σε καταλόγους ατόμων που μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρία.

Καθ … οδόν

Από το Ριζοσπάστη, Κυριακή 5 Μάρτη 2000

Κυριακή σήμερα και εκείνο που επιθυμούμε είναι να βρεθούμε μακρυά, μακρύτερα τέλως πάντων από το σπίτι μας. Μια βόλτα με τα πόδια, αν ο καιρός είναι καλός, μας χρειάζεται. Ομως αν βρέχει ή αν κάποιος σοβαρός άλλος λόγος μας κρατά μέσα, τότε τι γίνεται; Πάντα υπάρχει λύση.

Θα «περπατήσουμε» στο Μεταξουργείο και στον Κολωνό, με συνοδό ένα συγγράφεα, που αγάπησε πολύ αυτή τη συνοικία. Μια νοσταλγία μας κυριεύει καθώς «διαβαίνουμε» τις σελίδες του ομώνυμου βιβλίου του Βασίλη Αγγελίδη. Καθ΄ οδόν λοιπόν για το Μεταξουργείο διαβάζομε: «Το Μεταξουργείο δεν οικοδομήθηκε σε περιοχή που κατοικείτο απο την αρχαιότητα, όπως η Πλάκα η Κολωνός, όπου οι πλούσιοι Αθηναίοι είχαν τις επαύλεις τους χωμένες στις κατάφυτες πλαγιές. Είναι μια συνοικία που γεννήθηκε δέκα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας απο τους Τούρκους. Οικοδομήθηκε με πολλές προσδοκίες από τους πρώτους κατοίκους, αλλά πάντα έμεινε ενα αντιπροσωπευτικό κομμάτι της πρωτευουσας, όπου η ζωή αλλάζει συνεχώς μορφή προς το χειρότερο ή πρός το καλύτερο. Η συνοικία πήρε το όνομά της απο το εργοστάσιο μεταξουργείας, που λειτούργησε στη συμβολή των οδών Μεγάλου Αλεξάνδρου και Μυλλέρου από τα 1854 έως τα 1875».

Ο αρχιτέκτονας Χάνσεν είχε κάνει τα σχέδια, οικοδομήθηκε αλλά στη συνέχεια εγκαταλήφθηκε. Στα 1840 το κτίριο το αγόρασε μια αγγλική εταιρεία με σκοπό, μετά απο ορισμενες μετατροπές, να λειτουργήσει σαν εργοστάσιο μεταξουργείας. Οι μετατροπές έγιναν, το εργοστάσιο εξοπλίστηκε, αλλά η εταιρεία πτώχευσε. Στα 1854 το αγόρασε ο Αθανάσιος Δουρούτης που ήταν και ένας από τους πρώτους οικιστές της νέας πρωτεύουσας, ο οποίος έκανε σοβαρές προσπάθειες για την εκβιομηχάνηση της χώρας και την εμψύχωση της ελληνικής βιομηχανίας. Κι αυτός λοιπόν, με τη σειρά του έκανε κάποιες μετατροπές στο κτίριο του Χάνσεν και εκεί λειτούργησε το πρώτο ατμοκίνητο εργοστάσιο στην Ελλάδα ως Μεταξουργείο, το οποίο έδωσε και το όνομα του στην περιοχή.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια η σύνθεση του πληθυσμού άλλαζε. Το εμπορικό κέντρο της Ομόνοιας, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί Πελοπονήσσου και Λαρίσης αλλά και τα θέατρα που χτίστηκαν στην περιοχή, κάνει το Μεταξουργείο στα χρόνια του Μεσοπολέμου, να κατοικείται από εργάτες, από μικρόεμπορους, απο βιοτέχνες και από ανθρώπους του πνεύματος. Εκει σ΄ αυτή τη συνοικία, στην οδο Λεωνιδίου, γεννήθηκε, ανατράφηκε και ποτίστηκε με το θέατρο, το τότε «θυληκό χαμίνι» που εξελίχθηκε ως η κορυφαία Ελληνιδα ηθοποιός, η Μαρίκα Κοτοπούλη.

Σήμερα το Μεταξουργείο παρ΄όλον τον οικοδομικό οργασμό της περιόδου 1950-1960, τα έχει καταφέρει ώστε να μην έχει αλλάξει φυσιογνωμία και συνεχίζει να κρατά το ύφος του 1900. Αν και το περικυκλώνουν μεγάλες αρτηρίες όπως η Λένορμαν, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Καρόλου, Κολοκυθούς, Αχιλλέως, Θερμοπυλών και Κωνσταντινουπόλεως, αν και το πνίγουν τα αυτοκίνητα, και οι ρύποι από τις εξατμίσεις καταλυτικών και μή, αν και η περιοχή βουίζει από τα κλάξον και απο τον κόσμο, διατηρεί την παράδοση, την αξιοπρέπεια και να αποδεικνύει ότι ξέρει να αντέχει στο χρόνο. Ο Βασίλης Αγγελίδης γράφει πολλά και ενδιάφεροντα μέσα στο μικρό αλλα πολύτιμο τόμο (εκδόσεις Φιλιππότη), και αποχαιρετά τον αναγνώστη- συνοδοιπόρο του στην βόλτα του στο παρελθόν με ένα τραγούδι του Αλέκου Σακελλάριου: «Δρομάκια σκοτεινά/ που η αγάπη περνά/ ντροπαλή τα δειλινά. Αυλόπορτα βαριά/ που στολιζει η μουριά και η κληματαριά».