Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘εξευγενισμός’

Tου Πάνου Δραγώνα, στην Καθημερινή

Ο 21ος αιώνας αποτελεί ένα νέο κεφάλαιο για την Αθήνα. Οι ρυθμοί ανοικοδόμησης έχουν ατονήσει και το ενδιαφέρον στρέφεται στην ανάπλαση των υφιστάμενων αστικών περιοχών. Δεν είναι τυχαίο ότι στη συζήτηση για την εξέλιξη της πόλης κυριαρχούν νέες έννοιες, όπως η «αστική ανανέωση» και ο «εξευγενισμός».

Για να αντιληφθούμε τη δυσκολία των νέων προβλημάτων αρκεί να στρέψουμε την προσοχή μας στο κέντρο της Αθήνας. Στο Γκάζι δημιουργήθηκαν καλές αστικές υποδομές, επενδύθηκαν κεφάλαια από τολμηρούς επιχειρηματίες και κατασκευάστηκαν πολυκατοικίες με νεωτερικό χαρακτήρα. Παρ’ όλα αυτά, η εξέλιξη της περιοχής δεν ανταποκρίθηκε στις αρχικές προσδοκίες. Το Γκάζι αποτέλεσε ένα ιδιότυπο παράδειγμα «εκλαϊκευμένου εξευγενισμού» που μεταμόρφωσε μια δυναμική περιοχή σε απρόσωπο μαζικό διασκεδαστήριο.

Η διεθνής εμπειρία έχει αποδείξει ότι τα επιτυχή παραδείγματα αστικών αναπλάσεων προϋποθέτουν την αρμονική συνεργασία μεταξύ διαφορετικών συντελεστών ανάπτυξης της πόλης. Αυτοί περιλαμβάνουν τους δημόσιους φορείς, τους ιδιώτες επενδυτές, τους αρχιτέκτονες, αλλά και τις επιτροπές κατοίκων, τον τύπο και τις δημιουργικές ομάδες που διαμορφώνουν την κουλτούρα μιας πόλης.

Η εμφάνιση νέων επενδυτών με αστική κουλτούρα και αίσθημα κοινωνικής ευθύνης αποτελεί μια θετική εξέλιξη. Σε καμία όμως περίπτωση δεν είναι επαρκής για την επιτυχή έκβαση των προσπαθειών ανάπλασης. Η συνταγή της επιτυχίας είναι αρκετά σύνθετη και στην Ελλάδα τώρα μόλις αρχίζει να προσδιορίζεται.

* Ο Π. Δραγώνας είναι αρχιτέκτονας, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών.

Advertisements

Read Full Post »

Του Πάνου Δραγώνα στο greekarchitects

Η ιστορία έχει επαναληφθεί αρκετές φορές σε διαφορετικές πόλεις:

Μια κεντρική περιοχή απελευθερώνεται από τις βιομηχανικές χρήσεις του παρελθόντος. Οι ανήσυχες δημιουργικές ομάδες της πόλης δεν αργούν να ανακαλύψουν τη γοητεία των εγκαταλελειμμένων κτηρίων. Ανοίγουν τα πρώτα μπαρ, εστιατόρια, θέατρα, αλλά και χώροι εργασίας και καταστήματα. Οι πιο τολμηροί μετατρέπουν τα παλαιά κτίσματα σε κατοικίες. Άνθρωποι διαφορετικής κουλτούρας συνυπάρχουν σε έναν απρόβλεπτο αστικό χώρο γεμάτο μνήμες και αντιφάσεις. Σύντομα τα νέα διαδίδονται. Στην αρχή από στόμα σε στόμα και στη συνέχεια μέσα από τα περιοδικά. Στην περιοχή αρχίζουν να γίνονται επενδύσεις και έργα υποδομής. Η αξία της γης ανεβαίνει και η εύθραυστη ισορροπία ανατρέπεται. Οι παλαιοί κάτοικοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις νέες οικονομικές απαιτήσεις και εγκαταλείπουν την περιοχή. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ανήσυχες ομάδες που την ανακάλυψαν. Η περιοχή προσελκύει πλέον ανώτερα οικονομικά στρώματα και αλλάζει οριστικά ταυτότητα.

Το παραπάνω φαινόμενο είναι γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία με τον όρο «gentrification» που στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί ως «εξευγενισμός». Πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία αστικού μετασχηματισμού με διαφορετικές διαστάσεις. Η σημαντικότερη από αυτές είναι η οικονομική καθώς ο εξευγενισμός του αστικού χώρου υποκινείται από επενδυτικές πρωτοβουλίες που έχουν ως στόχο την αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η πολιτιστική διάσταση του θέματος, και πιο συγκεκριμένα η σχέση της κτηματαγοράς με τον καλλιτεχνικό χώρο, καθώς το έναυσμα για τον εξευγενισμό μιας περιοχής δίνεται από τις δημιουργικές ομάδες που τον «ιχνηλατούν» και ανοίγουν τον δρόμο για τους επερχόμενους επενδυτές. Μια τρίτη διάσταση του ζητήματος είναι, βέβαια, η κοινωνική καθώς σε όλη την παραπάνω διαδικασία επηρεάζονται ανθρώπινες ζωές, μετακινούνται πληθυσμοί και διαλύονται τοπικές κοινότητες.

Η αθηναϊκή εμπειρία εξευγενισμού αστικών περιοχών, όπως το Γκάζι, είναι σχετικά νέα. Το πρώτο και πιο γνωστό παράδειγμα αποτυχημένης απόπειρας εξευγενισμού είναι αυτό του Ψυρρή, ενώ στις μέρες μας βρίσκονται σε εξέλιξη ανάλογοι μετασχηματισμοί στον Κεραμεικό και το Μεταξουργείο. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η αθηναϊκή εμπειρία του εξευγενισμού ακολουθεί, μέχρι ενός σημείου, την ανάλογη διεθνή εμπειρία.  Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, καθορίζεται από τον ιδιόρρυθμο τρόπο ανάπτυξης και τις θεσμικές δυσλειτουργίες της ελληνικής πόλης.


Η νεώτερη ιστορία της περιοχής γύρω από το Γκάζι ξεκινάει το 1984 όταν το εργοστάσιο φωταερίου διακόπτει τη λειτουργία του. Την περίοδο αυτή, οι κάτοικοι της περιοχής είναι στην πλειοψηφία τους  φτωχοί μουσουλμάνοι εργάτες από τη Θράκη. Το Γκαζοχώρι έχει κακή φήμη και ο μέσος αθηναίος το αποφεύγει. Η περιοχή φιλοξενεί βιοτεχνίες και συνεργεία αυτοκινήτων ενώ τα χαμηλά ενοίκια προσελκύουν το νέο κύμα οικονομικών μεταναστών.

Η διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου επιτρέπει την αποκάλυψη του ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού χαρακτήρα της περιοχής, η οποία περιλαμβάνει τόσο τα περίτεχνα βιομηχανικά κτήρια του Γκαζιού όσο και τα λαϊκά σπίτια στο Γκαζοχώρι που διατηρούνται ακόμη ανέπαφα. Η ανακάλυψη του χώρου ακολουθεί διαδοχικές φάσεις: Η πρώτη «ιχνηλάτηση» του γίνεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990 από την τοπική gay κοινότητα. Στην περιοχή ανοίγουν τα πρώτα club και μετακομίζουν οι πρώτοι νέοι κάτοικοι επωφελούμενοι από τα χαμηλά ενοίκια της εποχής. Καθοριστική είναι η δημιουργία των δύο κύριων πολιτιστικών χώρων της οδού Πειραιώς: Το 1999 ξεκινάει η λειτουργία της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων στο παλαιό εργοστάσιο φωταερίου• ενώ το 2003 εγκαινιάζεται το Μουσείο Μπενάκη, το σημαντικότερο κτήριο πολιτισμού στην ευρύτερη περιοχή μέχρι σήμερα.

Στο διάστημα αυτό, το Γκάζι γνωρίζει τη μεγαλύτερη ακμή του. Τα έργα ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας φτάνουν μέχρι την πόρτα της Τεχνόπολης. Κυκλοφορεί ακόμη η φήμη ότι εκεί πρόκειται να δημιουργηθεί το νέο κτήριο της Λυρικής Σκηνής. Η γενικότερη ευδαιμονία που επικρατεί στην Αθήνα το 2004 αντανακλάται στην περιοχή, που προβάλλεται ως ο κύριος χώρος έκφρασης των δημιουργικών ομάδων της πόλης. Την περίοδο αυτή, οι αυξημένοι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης ενθαρρύνουν τη διάδοση νέων προτύπων ζωής τα οποία επικεντρώνονται στον καταναλωτισμό και την αναζήτηση νέων αστικών εμπειριών. Τα πρότυπα αυτά εκφράζονται στην περιοχή με δύο τρόπους:

Ο πρώτος αφορά στην ανάπτυξη νέων χώρων διασκέδασης με ιδιαίτερη αισθητική άποψη που δεν απευθύνονται πλέον μόνο στην gay κοινότητα. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, στις οδούς Περσεφόνης και Ανδρονίκου ανοίγουν τα πρώτα club και εστιατόρια που προσελκύουν ευρύτερο κοινό.

Το κοινό αυτό περιλαμβάνει νέες ομάδες πληθυσμού οι οποίες επιθυμούν να κατοικήσουν στο κέντρο της πόλης. Οι ομάδες αυτές είναι ευκατάστατες, έχουν υψηλό επίπεδο μόρφωσης και αισθητική άποψη, και ενδιαφέρονται για την απόκτηση κατοικίας υψηλών προδιαγραφών, δίχως  να έχουν αναγκαστικά σχηματίσει οικογένεια. Οι ομάδες αυτές επιθυμούν να κατοικήσουν στο κέντρο της πόλης, μακριά από τα προάστια στα οποία έχουν μεγαλώσει, αλλά κοντά στους χώρους εργασίας και διασκέδασης τους. Η παραπάνω τάση προσφέρει την αφορμή για την οικιστική ανάπτυξη της περιοχής. Τα μικροσκοπικά οικόπεδα της περιοχής, σε συνδυασμό με την απαίτηση για ευέλικτους χώρους διαβίωσης, οδηγούν στη δημιουργία πολυκατοικιών με νεωτερικό χαρακτήρα όπου κυριαρχούν τα διαμερίσματα τύπου loft.


Σε αυτή τη φάση φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό ότι η διαδικασία του εξευγενισμού θα ολοκληρωθεί ακολουθώντας τα διεθνή πρότυπα. Η ανάπτυξη της περιοχής προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες επένδυσης σε ακίνητη περιουσία καθώς η αξία της γης πολλαπλασιάζεται. Η ανθρωπογεωγραφία έχει αρχίσει να μεταβάλλεται καθώς ο πληθυσμός των μουσουλμάνων κατοίκων αδυνατεί να αντισταθεί στη νέα οικονομική πραγματικότητα. Τα συνεργεία και οι βιοτεχνίες μειώνονται καθώς όλο και περισσότερα οικόπεδα οικοδομούνται και μετατρέπονται σε μικρές πολυτελείς πολυκατοικίες. Αντίστοιχα, βέβαια, εγκαταλείπουν την περιοχή και οι πρώτοι τολμηροί κάτοικοι της, οι «ιχνηλάτες» του εξευγενισμού, είτε επειδή δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το νέο αυξημένο κόστος διαβίωσης είτε επειδή δεν τους εκφράζει το νέο καταναλωτικό lifestyle της περιοχής. Είναι άλλωστε δεδομένο ότι το Γκάζι έχει εγκαταλείψει την «υπόγεια» αισθητική της δεκαετίας του ’90 και εκφράζει πλέον τη mainstream αθηναϊκή κουλτούρα.

Σε αυτή τη φάση, όλα δείχνουν ότι το Γκάζι μπορεί να εξελιχθεί σε μια συνοικία υψηλών προδιαγραφών ικανή να φιλοξενήσει τη νέα ελίτ της πόλης, ακολουθώντας τα πρότυπα «εξευγενισμένων» περιοχών όπως το Lower East Side της Νέας Υόρκης. Κάτι τέτοιο βέβαια -ευτυχώς ή δυστυχώς- ουδέποτε συνέβη και σήμερα πλέον δείχνει απίθανο να συμβεί.  Τα δύο τελευταία χρόνια, το Γκάζι ακολουθεί μια διαφορετική πορεία η οποία καθορίζεται από συγκεκριμένα γεγονότα αλλά και την αδυναμία διαχείρισης του αστικού χώρου από τους φορείς της πόλης:

Ένα κρίσιμο γεγονός για την εξέλιξη της περιοχής είναι η άφιξη του Μετρό. Το άνοιγμα του σταθμού στον Κεραμεικό το 2007 πολλαπλασιάζει τους επισκέπτες του χώρου και μετατρέπει το Γκάζι σε περιοχή μαζικής διασκέδασης. Στην πλατεία που δημιουργείται γύρω από το σταθμό αναπτύσσονται τυποποιημένοι χώροι μαζικής αναψυχής (καφετέριες, εστιατόρια, ταβέρνες) που δεν θυμίζουν σε τίποτα ούτε την «υπόγεια» gay κουλτούρα της δεκαετίας του 1990 αλλά και ούτε τους mainstream χώρους της ευκατάστατης ελίτ των περασμένων ετών.


Μια δεύτερη, παράλληλη, εξέλιξη αφορά στη μεταφορά μεγάλων χώρων νυκτερινής διασκέδασης κατά μήκος της Ιεράς Οδού και της Πειραιώς. Οι επιχειρηματίες της νύχτας συνειδητοποιούν εγκαίρως την δυναμική της περιοχής και σποκτούν σε χαμηλές τιμές μεγάλης έκτασης χώρους. Η λειτουργία των μεγάλων νυχτερινών κέντρων δίνει προαστιακό χαρακτήρα στο ίδιο το κέντρο της πόλης, καθώς δημιουργούνται χώροι μεγάλης συγκέντρωσης όπου η πρόσβαση γίνεται με αυτοκίνητο. Την ίδια, βέβαια, στιγμή ο νέος χαρακτήρας της περιοχής ακυρώνει οποιαδήποτε προοπτική για την πολυσυζητημένη πολιτιστική ανάπτυξη της.

Στο σημείο αυτό οι ρυθμοί ανάπτυξης έχουν ήδη αρχίσει να οδηγούν την πόλη σε αδιέξοδο. Η ξέφρενη επέκταση των χώρων αναψυχής προκαλεί τη δυσαρέσκεια των νέων κατοίκων που ξαφνικά βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα περιβάλλον τελείως διαφορετικό από αυτό που τους προσέλκυσε. Τα πρότυπα αστικής κατοίκησης που αναπτύχθηκαν στην περιοχή τα προηγούμενα χρόνια βρίσκονται αντιμέτωπα με την εισβολή προαστιακών προτύπων μαζικής διασκέδασης,  όπως τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα, τα εμπορικά κέντρα και οι μετακινήσεις με αυτοκίνητο. Το όραμα της κατοίκησης στο Γκάζι έχει αρχίσει πλέον να ξεθωριάζει.

Η χαριστική βολή θα δοθεί στην περιοχή με την οικονομική κρίση του 2008. Η περιοχή βρίσκεται πλέον σε μια νέα ιδιόμορφη φάση εξέλιξης η οποία μπορεί να παρομοιαστεί με ανακωχή ή ψυχρό πόλεμο. Το Γκάζι, βέβαια, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να είναι γεμάτο αντιφάσεις:

Ο παλιός χαρακτήρας της περιοχής δεν έχει απαλειφθεί. Οι μικροί μουσουλμάνοι κάτοικοι παίζουν ακόμη και σήμερα στην κεντρική πλατεία της γειτονιάς. Ενώ αρκετά από τα παλιά λαϊκά σπίτια τους εξακολουθούν να διακρίνονται, ανάμεσα στα lofts, χάρη στα απλωμένα ρούχα και τις δορυφορικές κεραίες τους. Αντίστοιχα, πολλά από τα παλαιά συνεργεία της περιοχής εξακολουθούν να λειτουργούν ανάμεσα σε μετά-μοντέρνες  ταβέρνες και καφετέριες.


Η σύγκρουση μεταξύ των δραστηριοτήτων κατοίκησης και αναψυχής δεν έχει ακόμη λήξει. Ο δραστήριος τοπικός σύλλογος κατοίκων οργανώνει συστηματικά κινητοποιήσεις ενάντια στην παρατεταμένη υποβάθμιση της περιοχής. Ακόμη και σήμερα, εξακολουθούν να κτίζονται νέες πολυκατοικίες τύπου loft, αν και σε πολλές περιπτώσεις είναι εμφανής η υποχώρηση στην ποιότητα κατασκευής και τις παροχές. Αντίστοιχα, οι χώροι διασκέδασης γύρω από τον σταθμό του μετρό εξακολουθούν να είναι γεμάτοι κόσμο.


Στην περιοχή δημιουργούνται νέοι χώροι πολιτισμού, αν και αυξάνονται οι αμφιβολίες τόσο για τη σκοπιμότητα ορισμένων πρωτοβουλιών όσο και για την αποτελεσματικότητα τους. Ο Δήμος Αθηναίων πρόσφατα αποφάσισε τη μετατροπή του αεριοφυλακίου Δ15, του κύριου τοποσήμου της περιοχής, σε συναυλιακό χώρο. Η απόφαση αυτή προκαλεί σοβαρή ανησυχία για τον κίνδυνο κακοποίησης ενός ακόμη μνημείου της τοπικής βιομηχανικής αρχιτεκτονικής από την ίδια τη Δημοτική αρχή. Μια πιο ευχάριστη εξέλιξη αφορά στη μετεγκατάσταση στην Ιερά Οδό, στον χώρο του παλαιού κινηματογράφου «Λαϊς», της Ταινιοθήκης της Ελλάδος. Η νέα Ταινιοθήκη μπορεί να επαινεθεί για την προσεκτική παρέμβαση στο παλαιό κέλυφος και τη λιτή αρχιτεκτονική της (Αρχιτέκτονες: Ν. Μπελαβίλας και Β. Τροβά). Την ίδια, όμως, στιγμή προκαλεί μελαγχολία η άνιση σύγκριση του νέου χώρου με το ευρύτερο περιβάλλον της Ιεράς οδού όπου κυριαρχούν εμπορικά κέντρα,  μεγάλες «πίστες» λαϊκής διασκέδασης και πλυντήρια αυτοκινήτων.


Οι έντονες αντιφάσεις που διαπιστώνονται ανάμεσα στην Πειραιώς και την Ιερά Οδό δεν οφείλονται στην ιδιαίτερη δυναμική του αστικού χώρου αλλά στην αποδιάρθρωση του. Το σύγχρονο Γκάζι είναι αποτέλεσμα ενός εκλαϊκευμένου εξευγενισμού, μιας ημιτελούς προσπάθειας μετασχηματισμού, που αλλοίωσε την ταυτότητα της πόλης δίχως να καταφέρει να επιβάλει τους όρους της. Η οικοδομική δραστηριότητα είναι πλέον περιορισμένη και δεν φαίνεται ικανή να μετασχηματίσει την περιοχή. Η πολιτιστική δραστηριότητα είναι υποβαθμισμένη. Τα εμπνευσμένα graffiti στους τοίχους των παλαιών σπιτιών δεν αποκρύπτουν το γεγονός ότι οι δημιουργικές ομάδες της πόλης έχουν ήδη εγκαταλείψει το Γκάζι και στην περιοχή κυριαρχούν τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Τέλος, η περιοχή εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο κοινωνικής σύγκρουσης καθώς η τοπική κοινότητα έχει μεν δεχτεί σοβαρά πλήγματα, αλλά παραμένει ζωντανή και αντιμετωπίζει από κοινού με τους νέους κατοίκους την εισβολή της μαζικής διασκέδασης.

Μετά το 2004, στην Αθήνα δεν έχει παρουσιαστεί κανένα αξιόπιστο σχέδιο στρατηγικής ανάπτυξης. Η πολιτεία και η τοπική αυτοδιοίκηση έχουν αφήσει την εξέλιξη της πόλης  στα χέρια των επιχειρηματιών της κτηματαγοράς. Η ανάπτυξη της Αθήνας καθορίζεται από ένα οικονομικό παιγνίδι στο οποίο αντιμάχονται μικροί επιχειρηματίες και κολοσσοί, εταιρίες με αίσθημα κοινωνικής ευθύνης και καιροσκόποι, νομοταγείς επιχειρηματίες και διεφθαρμένα κυκλώματα. Πολλά από τα προβλήματα που διαπιστώνονται στο Γκάζι, θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί εάν η πολιτεία και η τοπική αυτοδιοίκηση είχαν πιο ενεργό ρόλο στην αντιμετώπιση των πολεοδομικών προβλημάτων.  Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν συμβαίνει οπότε και η ανάπτυξη της ελληνικής πόλης εξακολουθεί, ακόμη και σήμερα, να βασίζεται στον καιροσκοπισμό και την ιδιωτική κερδοσκοπία. Η πολιτική αυτή βοηθάει στη βραχυπρόθεσμη, μόνον, ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας. Το παράδειγμα του Γκαζιού μας διδάσκει ότι ο συγκεκριμένος τρόπος ανάπτυξης φέρνει την πόλη σε αδιέξοδο, καθώς τα τοπικά χαρακτηριστικά εξαλείφονται και οι μεγάλες ευκαιρίες  σπαταλούνται. Η ταυτότητα της πόλης ξεθωριάζει και οι επιλογές που προσφέρει στους κατοίκους και τους επισκέπτες της καθημερινά περιορίζονται. Εάν αυτή η πορεία δεν ανακοπεί, είναι δεδομένο ότι η μελλοντική Αθήνα, κορεσμένη από την αλόγιστη εκμετάλλευση, θα έχει περιορισμένες δυνατότητες επιβίωσης στον διεθνή ανταγωνισμό των πόλεων.

Read Full Post »

Δύο άρθρα που γράφτηκαν με διαφορά τεσσάρων ημερών

Ι)

Oι πόλεις χάνουν το χρώμα τους

Tης Ξενιας Kουναλακη / xkounalaki@kathimerini.gr στην Καθημερινή

Ποια είναι τα συστατικά στοιχεία μιας σφύζουσας από ζωή μητρόπολης του κόσμου; Εντονη πολιτιστική ζωή, άγρυπνες νύχτες, γκέι σκηνή, μετανάστες και συμπαθείς γκρινιάρηδες αριστεροί με κουλτουριάρικες ανησυχίες. Αυτή περίπου είναι η θεωρία του Αμερικανού οικονομολόγου, Ρίτσαρντ Φλοράιντα, ο οποίος διατύπωσε στις αρχές της νέας χιλιετίας τη θεωρία ότι το μέλλον των πόλεων ανήκει στη «δημιουργική τάξη». «Πόλεις χωρίς γκέι και ροκ μπάντες χάνουν την κούρσα της οικονομικής ανάπτυξης», εκτιμά ο Φλοράιντα εξοργίζοντας ροκάδες και ομοφυλόφιλους. Μόνο με την παρουσία αυτής της «δημιουργικής τάξης» διασφαλίζεται η αύξηση της αξίας της γης και η μεγιστοποίηση των κερδών όσων ασχολούνται με το real estate.

Την άποψη του Φλοράιντα υιοθετούν πλέον όλο και περισσότερες δημοτικές αρχές αστικών κέντρων. Μόνο που οι πολίτες έχουν συνειδητοποιήσει σταδιακά την προσπάθεια εκμετάλλευσή τους, αλλά και την ισχύ τους. Αρνούνται να γίνουν «γλάστρες», εναλλακτικές πινελιές στο brandname της πόλης τους. Ενδεικτικό είναι το μανιφέστο που συντάχθηκε κατά της προσπάθειας «εξευγενισμού» (gentrification) του Αμβούργου και της «πώλησης» της γερμανικής πόλης με τη μορφή τουριστικού προϊόντος. Το υπέγραψαν την περασμένη εβδομάδα χιλιάδες κάτοικοι και φίλοι της πόλης. «Δικαίωμα στην πόλη» απαιτούν οι συνυπογράφοντες τη διακήρυξη, ανάμεσά τους και ο Αμβουργέζος τουρκικής καταγωγής σκηνοθέτης Φατίχ Ακίν. «Οχι στο όνομά μας» λέγεται η πρωτοβουλία που ζητά από τους τοπικούς παράγοντες να εγκαινιάσουν διάλογο που θα επιτρέψει σε όλους τους πολίτες να συνδιαμορφώνουν το πρόσωπο μιας πόλης.

Εταιρείες δημοσίων σχέσεων και περιοδικά λάιφ στάιλ οικοδομούν προσεκτικά το προφίλ της πόλης, παρουσιάζοντάς την ως αμάλγαμα έκλυτου βίου και αναρχοαυτόνομης Μέκκας, με πόρνες και πρωτοποριακή αρχιτεκτονική, γκαλερί και ζωντανή γκέι σκηνή. Το παράδειγμα του Αμβούργου επαναλαμβάνεται με όλες τις μεγαλουπόλεις του πλανήτη. Η Κριστιάνια στην Κοπεγχάγη, το Κρόιτσμπεργκ στο Βερολίνο, το Χόξτον στο Λονδίνο, το Χάρλεμ στη Νέα Υόρκη, το Γκάζι κι ο Κεραμεικός στην Αθήνα. Νέοι κεφάτοι καλλιτέχνες ανακαλύπτουν μια φτωχογειτονιά. Μετακομίζουν εκεί επειδή τα ενοίκια είναι χαμηλά, ανοίγουν γκαλερί και μπαρ ανάμεσα σε σπίτια μεταναστών, ναπολιτάνικες μπουγάδες και βουλκανιζατέρ. Σιγά σιγά συρρέουν φιλότεχνα πλήθη, τα περιοδικά και τα free press ανακαλύπτουν την ανερχόμενη περιοχή, οι ιδιοκτήτες της γης «ξυπνούν» και ανεβάζουν τα μισθώματα, υποχρεώνοντας σε έξωση όσους δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά τον «εξευγενισμό». Οι συνοικίες αναβαθμίζονται και ιδιωτικοποιούνται. Οι «γλάστρες» απομακρύνονται. Η «δημιουργική τάξη» μένει μόνη της. Οι πόλεις ομογενοποιούνται και αποχρωματίζονται. Ο ίδιος φαύλος κύκλος επαναλαμβάνεται σε όλες τις περιπτώσεις. Aπλώς σε ορισμένες πόλεις υπάρχει κοινωνία πολιτών που αντιδρά. Σε άλλες η «δημιουργική τάξη» διαμαρτύρεται μόνο όταν κατακλύζεται από ΜΑΤ, τοξικομανείς ή αυγά στα μπαράκια, τα οποία συχνάζει.

ΙΙ)

Real estate Κορίτσια

Από το athensville

Άξαφνη άσχετη σκέψη: Είναι οι λεσβίες ο πιο ακριβής δείκτης της αθηναϊκής κτηματαγοράς;

Τεκμηρίωση: Μαγγελάνοι σωστοί, πρώτες πάτησαν λάσπη σε σκοτεινές άλλοτε περιοχές· στα 80s ξενυχτούσαν στην γκρίζα Ερμού του Ψυρρή, στα 90s ήπιαν καφέ στο παραμελημένο Μεταξουργείο, χόρεψαν (σκεπτόμενες πάντα) στις αρχές της τρέχουσας στο Γκάζι. Μετά από χρόνια οι στρέιτ τις ακολούθησαν σήκωσαν λόφτ, παστερίες, μεζεδοπωλεία! Ποια θα είναι η επόμενη νομαδική μετακίνηση των λεσβιών; Ποιοι φτωχοί στους μαχαλάδες θα πουλήσουν μετά από χρόνια τα σπιτάκια τους για μεζεδοπωλεία; Το ρεπορτάζ πρέπει να συνεχιστεί: παίρνω για καφέ την Νανά την ακτιβίστρια (θα μου αναλύσει βέβαια μια-δυο ώρες την σχέση της πρώτα, χαλάλι, μετά θα εκμαιεύσω πληροφορίες-χρυσάφι)!

Read Full Post »

Της Ξένιας Kουναλάκη, στην  Καθημερινή.

Η «ελεύθερη πόλη της Κριστιάνια» στην Κοπεγχάγη ξεκίνησε σαν μία αστική ουτοπία, ένα κοινωνικό πείραμα στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Μία κοινότητα χίπηδων, καλλιτεχνών, ακτιβιστών και απόκληρων κατέλαβαν παλιές στρατιωτικές αποθήκες και κατασκεύασαν στην καρδιά της δανέζικης πρωτεύουσας μία σειρά από αναρχικές, αυτοσχέδιες κατοικίες, ανακηρύσσοντας ταυτόχρονα την ανεξαρτησία τους. Αυτήν την Τετάρτη ωστόσο η περιοχή έγινε πάλι θέατρο συγκρούσεων ανάμεσα σε κατοίκους της Κριστιάνια και την αστυνομία. Τουλάχιστον 15 άνθρωποι συνελήφθησαν και δύο αστυνομικοί τραυματίστηκαν, όταν οι δυνάμεις ασφαλείας επιχείρησαν να απομακρύνουν καταληψίες από ένα κτίριο της Κριστιάνια. Οι αρχές διαπιστώνουν ότι η αξία της γης στην περιοχή έχει πολλαπλασιαστεί και πως δεν μπορούν να αφήσουν τα φιλέτα γης σε ένα μάτσο ρακένδυτους, εναλλακτικούς τύπους, που δεν έχουν ιδέα τι εστί real estate. Oι συγκρούσεις αποτελούν ένα ακόμη επεισόδιο στην εκστρατεία ανάπλασης των διεθνών μητροπόλεων, που ενίοτε ισοδυναμούν με σιωπηλές εθνοκαθάρσεις. Στο όνομα του «εξευγενισμού» υποβαθμισμένων γειτονιών, απειλούνται με έξωση ολόκληρες πληθυσμιακές ομάδες στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις.

Πριν από λίγους μήνες δημιουργήθηκε στο Facebook ομάδα με τίτλο «Σώστε την Αστόρια», που καλεί τα μέλη της να εμποδίσουν την επέλαση μπαρ και αβάν γκαρντ γκαλερί στο προπύργιο της ελληνοαμερικανικής κοινότητας της Νέας Υόρκης. Θεωρητικά ουδείς θα αντιδρούσε στην ανάπλαση υποβαθμισμένων συνοικιών, όπως το Χάρλεμ, το Μπρονξ και το Κουίνς στη Νέα Υόρκη. Αρκεί αυτό να μην προκαλεί την απομάκρυνση των Αφροαμερικανών και των βιοπαλαιστών Ελληνοαμερικανών αντίστοιχα.

Παρόμοια εκστρατεία ανάπλασης με μεγάλο κοινωνικό κόστος βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στον Κεραμεικό και το Μεταξουργείο, όπου οι «ταβέρνες με άποψη» και τα lofts ξεπηδούν ανάμεσα σε καταυλισμούς αθιγγάνων, βουλκανιζατέρ και ναπολιτάνικες μπουγάδες μεταναστών. Το γεγονός ότι η Αθήνα προσβλήθηκε από την παιδική ασθένεια του gentrification – του αστικού «εξευγενισμού» – είχαν επισημάνει αρχιτέκτονες με αφορμή την έκθεση Destroy Athens πριν από δύο χρόνια. Στο πλαίσιο επενδυτικού σχεδίου για την πραγματοποίηση της φιλόδοξης έκθεσης είχαν αγοραστεί κτίρια από έναν επενδυτή και ακολούθησε ο εκτοπισμός των ενοίκων τους για να μπορέσουν να είναι άδεια στην έναρξη της Μπιενάλε της Αθήνας .

«Μας δημιουργήθηκαν κάποια βασικά ερωτήματα όπως: τι χρήση είχαν πριν οι χώροι αυτοί; Οι κάτοικοί τους τι έγιναν; Πού πήγαν; Τι θα γίνουν μετά; Ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες;», ήταν μερικά από τα υπαρξιακά ερωτήματα, που έθεσε η Ελένη Τζιρτζιλάκη, αρχιτεκτόνισσα και ιδρυτικό μέλος των αρχιτεκτονικών ομάδων «Urban Void» (Αστικό Κενό) και «Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική». Οι απορίες της παραμένουν αναπάντητες, η Κριστιάνια αδειάζει και στην Αστόρια δεν βρίσκεις σουβλάκι να φας.

Read Full Post »

Της Όλγας Μπαλαούρα, τελειόφοιτης της Αρχιτεκτονικής και μέλους της Ανοιχτής Πόλης

Η περιοχή του Μεταξουργείου αποτελεί μια γειτονιά που μέχρι πρότινος ήταν αφανής μέσα στην ίδια την ευνοούμενη πόλη, νησίδα ελευθερίας δίπλα σε μια νέα τουριστική και πολιτιστική βιομηχανία.
Το ότι ο χώρος αυτός αποφασίζεται να βγει στην επιφάνεια της σύγχρονης μητρόπολης είναι παράλληλο κομμάτι μιας διεθνούς γεωγραφικής στρατηγικής που επιβάλλει η «παγκοσμιοποιημένη» πόλη, δηλαδή το μοντέλο κερδοφορίας των μεγάλων πόλεων από τη χωροθέτηση νέων επενδύσεων. Κομμάτι αυτής της διαδικασίας είναι ο εξευγενισμός ή εξωραϊσμός που από το 1970 έγινε παγκόσμια το απόλυτο οικιστικό πρόσταγμα και συνδέεται με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και τις πολιτικοοικοικονομικές αλλάγες που συντελέστηκαν διεθνώς με το πέρασμα από τη κλασσική φιλελεύθερη οικονομική θεωρία και το κοινωνικό κράτος στον νεοφιλελευθερισμό. Η πολιτική, κοινωνική και ιδεολογική agenda που οδηγεί στην πρόταση επιβολής του εξευγενισμού ως νέα τάση μετασχηματισμού και «ανάπτυξης» της Αθήνας απαντάται στο πώς η σύγχρονη αστική πολιτική για τα κέντρα των πόλεων χρησιμοποιείται ως μοχλός κερδοσκοπίας. Στο πεδίο αυτό ξεδιπλώνονται οι κυρίαρχες και κυριαρχούμενες τάξεις – είτε πρόκειται για άτομα είτε για συλλογικές οντότητες, τα εκατέρωθεν συμφέροντά τους, ο ρόλος του κράτους και οι σύγχρονες αντιστάσεις κατά του εξευγενισμού.

Τι είναι όμως ο εξευγενισμός: Είναι μια διαδικασία κατά την οποία οι φτωχές εργατοσυνοικίες στο κέντρο της πόλης ανακαινίζονται μέσω της εισροής του ιδιωτικού κεφαλαίου και τους μεσαίας τάξης αγοραστές και ενοικιαστές ακινήτων. Οι φτωχότερες γειτονιές ξαναφτιάχνονται. Κεφάλαιο και ευγένεια επιστρέφουν και για τους περισσότερους αυτό δεν αποτελεί καλή ένδειξη, καθώς θίγονται αναπόφευκτα τα πιο φτωχά και ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού. Απ’ το Σύδνεϊ και το Αμβούργο μέχρι το Τορόντο και το Τόκιο, όπου ακτιβιστές, κάτοικοι και πολίτες τώρα ξέρουν καλά τι θα πει εξευγενισμός και πώς επηρέασε τη ζωή τους.

Ανώδυνες περιγραφές του φαινομένου περιλαμβάνουν τους όρους «ανακύκλωση της γειτονιάς», «αναβάθμιση», «αναγέννηση». Επίσης εκμοντερνισμός, ανανέωση και αστικό καθάρισμα από μια λευκή μεσοαστική τάξη. Στην Αυστραλία ο όρος επικράτησε και ως trendification.Παρ’ όλα αυτά, ο όρος εξευγενισμός εκφράζει τον προφανή ταξικό χαρακτήρα της διαδικασίας και για το λόγο αυτό, παρόλο που τεχνικά δεν συντελείται η «ευγένεια» αλλά η κατάληψη των πόλεων από νέα εύρωστα αστικά στρώματα κρίνεται καταλληλότερος για την περιγραφή του φαινομένου.

Ο εξευγενισμός ως διαδικασία της επανεπένδυσης είναι από τα συστηματικά συμβάντα της ύστερης – καπιταλιστικής αστικής ανάπτυξης. Στις σύγχρονες μεταβιομηχανικές πόλεις, όπου ο κλοιός των υπηρεσιών παραγκώνισε την παραγωγική απασχόληση, αναπτύχθηκαν έντονα η κατανάλωση και η αβρότητα. Πρότυπα κατανάλωσης ήλθαν να επιβάλουν πρότυπα παραγωγής. Τώρα οι αξίες της κατανάλωσης αντί της παραγωγής καθορίζουν τις αποφάσεις για τις χρήσεις γης. Ο εξευγενισμός εκφράζει μια νέα αστική γεωγραφία για ένα νέο κοινωνικό καθεστώς της κατανάλωσης. Προγενέστερες πολιτισμικές εξηγήσεις συμπληρώνουν την τάση να εκλαμβάνουμε τον εξευγενισμό ως την αστική έκφραση της νεωτερικότητας ή καλύτερα του μετά-μοντερνισμού. Ενώ λοιπόν μέχρι ’70 η προαστιοποίηση αποτελούσε το κύριο ρεύμα στην κινητικότητα του αστικού χώρου, ο εξευγενισμός ήλθε ως ένα κίνημα επιστροφής στην πόλη.

Για την Αθήνα, η μεγάλη τομή συντελείται με αφορμή την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων οι οποίοι αποτέλεσαν μια γιγάντια εθνική επιχείρηση που αναδόμησαν εσωτερικά την Αθήνα με επιπτώσεις στον χωρικό της μετασχηματισμό και όχι μόνο ενώ μετονομάσθηκαν αναπλάσεις επενδύσεις ντόπιου ή διεθνοποιημένου κτηματομεσιτικού κεφαλαίου σε αποβιομηχανοποιημένες περιοχές με σχέδια εξευγενισμού που οδήγησαν σε γενικευμένες αλλαγές χρήσης (π.χ. Ψυρρή και ευρύτερα στο ιστορικό κέντρο) και στην άνοδο των τιμών. Σήμερα, η διευρυμένη ανάπτυξη ή και ο εξευγενισμός, που προωθούνται σε πολλά σημεία του Λεκανοπεδίου, θα δημιουργήσουν μεγαλύτερες ταξικές πολώσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων τάσεων είναι οι περιπτώσεις νέων χρήσεων στον Ελαιώνα, το Σεράφειο κολυμβητήριο στο Ρούφ, αλλά και οι νέες χρήσεις που σχετίζονται με τον προαστιακό σιδηρόδρομο.

Επίσης, η περιοχή περί της οδού Πειραιώς που αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια πεδίο εντατικού μετασχηματισμού στην κατεύθυνση μετατροπής της σε θεματικό-πολιτιστικό και τουριστικό κομμάτι της πόλης για λόγους κεντρικότητας, ιστορικότητας, σημαντικού ανεκμετάλλευτου κτιριακού δυναμικού, πρόσφατης αποβιομηχάνισης και χαμηλής αξίας γης. Έτσι με συγκοινωνιακά έργα (σταθμοί Μετρό στο Μεταξουργείο και στο Γκάζι) και αναπλάσεις, η περιοχή περί την Πειραιώς αναγνωρίζεται πια ως ένα από τα πιο δημοφιλή μελλοντικά «φιλέτα» της πόλης. Με αυτήν λοιπόν την αναπροσαρμογή των χωρικών δομών, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν σε νέους και παλιούς υψηλής κερδοφορίας συγκεντρωποιημένους τομείς δραστηριότητας του κεφαλαίου, δημιουργούνται στην ευρύτερη περιοχή της δυτικής κεντρικής Αθήνας οι ανάλογες χωρικές θεματικές: Ο Ελαιώνας μετατρέπεται στο νέο Mall του κέντρου, το Γκάζι στο νέο πολιτιστικό διασκεδαστήριο και το Μεταξουργείο στη νέα εξευγενισμένη ζώνη κατοικίας.

Με το πρόγραμμα της Ενοποίησης των Αρχαιολογικών Χώρων η περιοχή του Μεταξουργείου εντάχθηκε στο σχέδιο αναπλάσεων της ευρύτερης περιοχής του ιστορικού κέντρου και στο λεγόμενο πολιτιστικό πάρκο. Γίνονται πεζοδρομήσεις σε αρκετές οδούς, απαλλοτριώσεις κτιρίων από το Δήμο για μελλοντικές πολιτιστικές χρήσεις (στο κτίριο της οικίας Προβελέγγιου, στο μεταξουργείο Δουρούτη), η ταινιοθήκη Ελλάδος- στο κέλυφος παλιού μηχανουργείου στη ταράτσα του οποίου βρισκόταν ο θερινός κινηματογράφος πορνογραφικού υλικού “Λαϊς “ στη συμβολή της Πειραιώς με τη Μ.Αλεξάνδρου- από το επιχειρησιακό πρόγραμμα ”Σύγχρονος πολιτισμός “ του ΥΠ.ΠΟ), λίγες αποκαταστάσεις κτιρίων με δημοτικά προγράμματα διαμορφώσεις κοινόχρηστων χώρων όπως αυτή της πλατείας Αυδή και πολλές διακηρύξεις για μελλοντικά σχέδια σε ότι αφορά κυρίως πολιτιστικές χρήσεις. Το 1998 κατατίθενται οι νέες χρήσεις γης που προσδιορίζουν τη περιοχή ως περιοχή κατοικίας και το 2003 υπογράφεται Προεδρικό Διάταγμα το οποίο έρχεται να «χαμηλώσει» το Σ.Δ. Οι καθορισμένες χρήσεις γης εφαρμόστηκαν στην πράξη υπό ένα άνισο καθεστώς που οδήγησε στην απομάκρυνση των οχλουσών παραγωγικών χρήσεων. Το κλείσιμο 300 βιοτεχνιών και η εκδίωξη 2000 περίπου ατόμων από τις επαγγελματικές τους εστίες, χωρίς να έχει προηγουμένως σχεδιαστεί η μετεγκατάσταση τους αλλού, διέρρηξαν το κοινωνικό πλέγμα εργασίας-κατοικίας των κατοίκων. Ο Δήμος άφησε το πεδίο ελεύθερο στη μαφία της νύχτας που εγκατέστησε εκεί τα παράνομα, θορυβώδη και τρομακτικά μεγαθήρια της, ενώ αντί να στηρίξει τις διεκδικήσεις των κατοίκων, προκειμένου να φύγουν οι παράνομες χρήσεις, ευνόησε σε μεγάλο βαθμό την επέκταση των δραστηριοτήτων τους όπως στην περίπτωση της παράνομης κατάληψης της οδού Μεγάρων από την «Ιερά Οδό Α.Ε».

To κράτος ως συλλογικός κοινωνικός δράστης ενίσχυσε πρόωρες τάσεις εξευγενισμού στο Μεταξουργείο, παίζοντας το ρόλο του προγραμματιστή νέων προγραμμάτων ανάπλασης, αναθεωρώντας τους συντελεστές δόμησης και τις χρήσεις γης, χωροθετώντας πόλους ενδιαφέροντος όπως συγκοινωνιακούς κόμβους, πολιτιστικούς χώρους σε μια περιοχή που μετά τον πόλεμο και το κύμα της προαστικοποίησης βιώνει την αστική υποβάθμιση και οριστικοποιεί μέχρι σήμερα το λαϊκό της χαρακτήρα, δημιουργικά ανέγγιχτη από την αγορά.

Με την έναρξη της διαδικασίας εξευγενισμού μία ή περισσότερες εταιρίες αποκτούν τώρα έναν ενεργητικό στόχο στη γειτονιά. Οι επενδυτές, με αυτό τον τρόπο, δρουν ως νόμιμοι εκφραστές του εξευγενισμού. Με την απουσία του κράτους ως καθοριστή των τιμών, οι επενδυτές απορροφούν το υποτιμημένο κεφάλαιο που δεν έχει ακόμη χάσει ολικά την αξία του. Φαίνεται έτσι, ότι όποιο κι αν είναι το κοινωνικό και πολιτικό κόστος που θα συνοδέψει την αστική αναδόμηση, το κράτος θα έχει επιτύχει το στόχο του αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό στην ανάπλαση των γειτονιών από την ιδιωτική αγορά.

Σήμερα στην περιοχή του Κεραμεικού και του Μεταξουργείου διαμορφώνεται ένα νέο πολεοδομικό μέτωπο. Η πρακτική του μετώπου επιβεβαιώνει και μια σειρά από συγκεκριμένους φυλετικούς και κοινωνικούς όρους. Οι εξευγενισμένες περιοχές, πρέπει να γίνουν αντιληπτές ως συνδυασμοί μιας «αστικής-πολιτισμένης τάξης» που αναγνωρίζει ότι «η καλή γειτονιά» αναβαθμίζεται υποβαλλόμενη στους κοινωνικούς κανόνες» και μιας «μη πολιτισμένης τάξης» της οποίας οι συμπεριφορές και συνήθειες αντανακλούν μη αποδοχή των κανόνων αυτών. Τότε οι γειτονιές μπορούν να ταξινομηθούν σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή σε αναβαθμισμένες ή υποβαθμισμένες γειτονιές. Το περιεχόμενο του μετώπου είναι να εξημερωθεί η «άγρια πόλη» και να οικοδομηθεί ένα ολοκληρωμένο και παράλληλα προκλητικό σχέδιο διαδικασιών σε ένα ασφαλές ιδεολογικό πλαίσιο, ούτως ώστε η ιδεολογία του μετώπου να δικαιολογεί τις ωμές πράξεις στην καρδιά της πόλης.

Μέσα στο μέτωπο αυτό αναπτύσσονται επιμέρους μέτωπα, οι λεγόμενες αστικές συγκρούσεις. Οι φορείς-κοινωνικά υποκείμενα αυτών των συγκρούσεων είναι οι εξής:

• οι παλιοί κάτοικοι που υπερασπίζονται το τοπικό περιβάλλον,
• oι νέοι κάτοικοι. Ένα νέο ενδιαφέρον στρώμα που διαμορφώνει ακούσια τη νέα κατάσταση.
• οι νέοι ιδιοκτήτες των νεομποέμ χρήσεων. «Ψαγμένοι» επιχειρηματίες με τους δικούς τους προβληματισμούς γύρω από τη φυσιογνωμία της περιοχής σε συνδυασμό με τη βιωσιμότητα της επιχείρησής τους.
• οι επιχειρηματίες της νυχτερινής διασκέδασης, οι οποίοι δρουν παράνομα υπό την ανοχή και συχνά την ενθάρρυνση του κράτους
• η βιομηχανία του Real Estate,
• οι ευπαθείς ομάδες όπως των μεταναστών και των πολύ φτωχών στρωμάτων, που μπορούν να χαρακτηριστούν και ως «οι χωρίς φωνή»

Οι παλιοί κάτοικοι

Οι προσδοκίες ανάπτυξης και ευκαιριών, ή πλουτισμού για τους κατοίκους του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού, η άγνοια και η απουσία εκτεταμένου δημόσιου διαλόγου για τα υπέρ και τα κατά του εξωραϊσμού, η απουσία εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου για την Αθήνα από αναγνωρισμένους πολιτικούς φορείς, όλα οδήγησαν σε μια γενικευμένη συναίνεση. Έτσι, οι κάτοχοι ιδιοκτησίας στην περιοχή μπορούν να ταξινομηθούν χοντρικά σε δύο κατηγορίες. Στους παλιούς κατοίκους και χρήστες που ακόμη κατοικούν ή εργάζονται στη περιοχή και σε εκείνους που σε κάποια ιστορική περίοδο υποτίμησης της, έφυγαν για να εγκατασταθούν σε «καλύτερες» περιοχές της Αθήνας, κυρίως στα προάστια. Οι πρώτοι είναι συνήθως αυτοί που δραστηριοποιούνται στη περιοχή, αναδεικνύουν τα καθημερινά της προβλήματα και αντιστέκονται σε μεγάλο βαθμό στο μέτωπο του εξευγενισμού. Οι παλιοί ιδιοκτήτες που δεν κατοικούν πλέον στη περιοχή, και κάποιοι λίγοι που τη κατοικούν ακόμα, είναι συνήθως και αυτοί που τώρα καρπώνονται την αύξηση της τιμής της γης, όσοι δεν πούλησαν περιουσίες πολύ φτηνά εν μέσω υποτίμησης σε ιδιώτες ή στο Real Estate.

Νέοι κάτοικοι

Το νέο στρώμα που κατοικεί τα τελευταία χρόνια στις γειτονιές της περιοχής αποτελείται κυρίως από ανθρώπους με κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά, όχι απαραίτητα όμοιας ταξικής διάρθρωσης, ξένη ωστόσο με την λαϊκή διαστρωμάτωση της γειτονιάς. Η νέα αυτή ομάδα υπαγορεύεται συνήθως από τα χαρακτηριστικά της κουλτούρας και της αισθητικής καθώς πρόκειται για άτομα της τέχνης και της διανόησης. Η γοητεία που εξέπεμπε η περιοχή, η κεντρική της θέση, η σχετική ασφάλεια του τότε ότι η περιοχή σιγά-σιγά θα αναβαθμιστεί όπως έγινε παγκόσμια, προσέλκυσαν το νέο αυτό στρώμα που με τη σειρά του προσελκύει τώρα τις δυνάμεις της αγοράς, το εναλλακτικό που τώρα μετασχηματίζεται σε καπιταλιστικό τρόπος ζωής. Αποδείχτηκε ότι αυτό το νέο στρώμα δεν οχύρωσε τον χαρακτήρα της περιοχής που για ένα χρονικό διάστημα θα αποτελείται από «μείξεις» αντιθέσεων, μέχρι να εξευγενιστεί πλήρως, αντίθετα «ηλέκτρισε» μια καινούρια αγορά αρχικά πολιτισμού και στη συνέχεια κατοικίας με τεράστιες επιπτώσεις.

Νεομποέμ χρήσεις

Η συνθήκη που προσέλκυσε τις λεγόμενες νεομποεμ χρήσεις είναι παρόμοια με αυτή που προσέλκυσε και τους νέους κατοίκους. Αφορούσε αρχικά ένα νέο νυχτερινό τοπόσημο εναλλακτικής διασκέδασης καθοδηγούμενο από το παράδειγμα άλλων κεντρικών περιοχών της Ευρώπης. Έτσι, η αύρα της Βερολινέζικης πειραματικής σκηνής και της νέας καλλιτεχνικής πρωτοπορίας στις πρώην εργατικές συνοικίες του Λονδίνου, μεταφέρθηκε διασκευασμένη στις γειτονιές του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού. Συγκεντρώθηκαν πολλά θέατρα σε σκοτεινούς πεζοδρόμους, η πελατεία των οποίων μετά επισκεπτόταν τα λαϊκά οινομαγειρεία της περιοχής, και τα πρώτα δειλά πρωτοεμφανιζόμενα εναλλακτικά μπαρ. Μαζί με αυτά ανοίγουν και τα πρώτα μαζικά στέκια ομοφυλόφιλων. Η «τοποθέτηση» των χρήσεων αυτών, εντάθηκε βασικά από τη δημόσια χωροθέτηση των πολιτιστικών χρήσεων στη περιοχή περί της τρίτης πλατείας που αργότερα προσέλκυσε και ιδιωτικές πρωτοβουλίες κατανάλωσης πολιτισμού. Οι γκαλερί τέχνης που τώρα μεταφέρονται στο Μεταξουργείο και τον Κεραμεικό, πριν λίγο καιρό συναθροίζονταν στον Ψυρρή που πλέον έχασε τον underground χαρακτήρα του και έγινε τόπος παραγωγής μαζικής κουλτούρας και κυρίως χρήσεων διασκέδασης που υπαγορεύονται από αυτή.

Αυτή η νεομποέμ ατμόσφαιρα στον Κεραμεικό και στο Μεταξουργείο, προσέλκυσε και μια τεράστια επανεπένδυση που δημιούργησε μια σύνθεση παλιού και νέου, όπου εξεζητημένα μαγαζιά της μεσοαστικής κουλτούρας εγκαθίστανται στα παλιά κελύφη της παραγωγής ή σε ανακαινισμένα νεοκλασικά που συναθροίζουν κόσμο της αντίστοιχης κοινωνικής τάξης. Η περιοχή μεταμορφώνεται έτσι, σε ένα μείγμα φτώχιας, εναλλακτικής κουλτούρας, των λεγόμενων queers της πόλης, της ελιτίστικης αισθητικής και των γιάπηδων. Σήμερα, στην περιοχή του Μεταξουργείου η τιμή της γης ”κατασκευάζεται”. Οι γειτονιές έχουν μεταμορφωθεί σε ένα απέραντο εργοτάξιο από νέες κατασκευές κατοικίας, εστιατορίων και γραφείων, ή αναπαλαιώσεις παλιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τη στιγμή της εγκατάστασης των πρώτων elenit για να αρχίσουν οι οικοδομικές εργασίες αρχικά του διαγωνισμού της Γ.Ε.Κ και μετά του Δήμου για το κτίριο του μεταξουργείου, ότι ταμπέλες με την επιγραφή «πωλείται» ανεγέρθηκαν σε όλα ανεξαιρέτως τα κτίρια μετωπικά και όπισθεν της Μυλλέρου. Μιλάμε προφανώς για το “πείραμα “της κατασκευαστικής εταιρίας ΓΕΚ. Α. Ε., της πιο οργανωμένης οικιστικής προσπάθειας Real Estate στην περιοχή του Μεταξουργείου, απέναντι από το παλιό εργοστάσιο του μεταξουργείου Δουρούτη, η οποία ακολούθησε το παράδειγμα τριών άλλων συγκροτημάτων loft στο Γκάζι στην οδό Βίτωνος.

Το real estate

Για τη βιομηχανία του Real Estate, η τέχνη εξημέρωσε τη γειτονιά, διαθλώντας μια κοροϊδία ενός δήθεν εξωτικού αλλά κατά τ’ άλλα ήπιου κινδύνου. Η τέχνη ‘δώρισε’ μια ‘προς πώληση προσωπικότητα’ στη γειτονιά, προσφέροντας την περιοχή σαν εμπόρευμα και απαίτηση του Real Estate. Μαζί με την οικιστική αναμόρφωση, ήρθε και η εμπορική αναζωογόνηση «μια μπουτικοποίηση της γειτονιάς», η δραματική εξάπλωση της υπερπληθώρας των ψυχαγωγικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων, όπως και τα δημόσια θεαματικά σχέδια σε αντίθεση με την ανυπαρξία καθημερινών υποδομών.
Η παρακμή των γειτονιών είναι το αποτέλεσμα της αναγνώρισης ιδιωτικών και δημόσιων επενδυτικών αποφάσεων. Η βιομηχανία του Real Estate, στόχος της οποίας είναι η συσσώρευση από την κεφαλαιοποιημένη αξία της γης που τώρα απεγκλωβίζεται και αποσπάται με τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη, δρα ως νόμιμος εκφραστής του εξευγενισμού. Προφανώς αυτή η συσσώρευση κεφαλαίου δεν θα εκφραζόταν αν δεν υπήρχε και καταναλωτική πρόθεση. Έχοντας δημιουργήσει απόθεμα κεφαλαίου στο όνομα του κέρδους τώρα κατακλύζουν τη γειτονιά για τον ίδιο λόγο, παρουσιάζοντας εαυτούς ως πρωτοπόρους ήρωες, μηχανικούς(τεχνοκράτες) που ρισκάρουν όπου κανείς άλλος πριν δεν τόλμησε, κτίστες μιας νέας πόλης για όλο τον πληθυσμό. Μ’ αυτό τον τρόπο η οικονομική γεωγραφία χαρτογραφείται απ’ τη στρατηγική της ‘πολεοδομικής αυτής πρωτοπορίας’.

Έτσι, το πολεοδομικό μέτωπο γίνεται μέτωπο κέρδους. Ιδεολογήματα αναπτυξιακών προτύπων και της νέας αστικής κουλτούρας που θα φέρει μια νέα γκάμα πελατών κατοικίας είναι οι αρχές των επενδυτών. Το κράτος αφού έχει ήδη διαμορφώσει τις συνθήκες για την εισροή του ιδιωτικού κεφαλαίου, εξαφανίζει την παλιά προστασία του απέναντι στο δικαίωμα στη κατοικία, όπως κι αν ίσχυσε αυτό στην Ελλάδα, αφήνοντας το πεδίο ολοκληρωτικά στους εργολάβους- ευεργέτες της περιοχής.

Οι «χωρίς φωνή»

Εξωθούμενοι απ’ τους δημόσιους όπως και απ’ τους ιδιωτικούς χώρους που γρήγορα γίνονται κεντρικές εστίες της μπουρζουαζίας, οι μειονότητες, οι άνεργοι και τα φτωχά στρώματα των εργαζόμενων και εργατών είναι καταδικασμένοι σε μεγάλης κλίμακας εκτοπίσεις. Μέχρι τώρα απομονωμένοι σε κεντρικά γκέτο και τώρα βιαίως εξωθούμενοι σε άλλα αστικά στρατόπεδα πάρα έξω. Μαζί με τις τιμές και τη κερδοσκοπία αυξάνονται και τα νούμερα των εξώσεων σε έναν όλο και μεγαλύτερο πληθωρισμό για την αγορά ακινήτων. Μετά την εκδίωξη της παραγωγής και την ακολουθούμενη εκδίωξη μεγάλου πληθυσμού από τις επαγγελματικές τους εστίες, οι μετανάστες και τα φτωχά στρώματα έχουν σειρά. Τα στρώματα αυτά, που νοικιάζουν φτηνές κατοικίες από ανάγκη και όχι από επιλογή εκδιώκονται σταδιακά υπό την επέλαση μιας νέας ταξικής τρομοκρατίας και υπό τους όρους μιας νέας αστικής αισιοδοξίας. Το οικιστικό απόθεμα, εγκαταλελειμμένο για χρόνια στέγαζε ανθρώπους χωρίς αστική αναγνώριση, σε αφανείς τρύπες της πόλης, μιας πόλης που τώρα αποτελεί μια πολιτιστική και οικιστική βιομηχανία την οποία καταλαμβάνει η ζήτηση νέων εξευγενισμένων στρωμάτων. Οι τρώγλες ξαναφτιάχνονται, πωλούνται πανάκριβα και προφανώς διώχνουν το βιωμένο παρελθόν τους. Την πραγματικότητα της ανεργίας, τον αποδεκατισμό των κοινωνικών υπηρεσιών και την εμφάνιση των μειονοτήτων και των μεταναστών, όπως και των γυναικών ως αστικών δραστών. Διεκπεραιώνεται μια άγρια αντίδραση εναντίον των μειονοτήτων, της εργατικής τάξης, των αστέγων, των ανέργων, των γυναικών, των gay, των λεσβιών και των μεταναστών.
Αυτό θα οδηγήσει σε μια συγκέντρωση των εθνικών μειονοτήτων και συγκριτικά ασθενέστερων οικονομικά κατηγοριών πολιτών, στο περιθώριο της πόλης και πέρα. Το αποτέλεσμα θα είναι ότι τα προάστια της περιφέρειας δείχνουν να προορίζονται για κοινωνικά προς τα κάτω διαχωρισμούς στο μέλλον.
Παράδειγμα αμφισβήτησης στην κυρίαρχη τάση που επιβάλλεται στη γειτονιά έδινε από τον περασμένο Αύγουστο, η «κατάληψη Μυλλέρου και Γερμανικού» ένας αυτοδιαχειριζόμενος κοινωνικός χώρος στο παλιό κέλυφος τμήματος του εργοστασίου του μεταξουργείου Δουρούτη που λειτουργούσε με εβδομαδιαίες συνελεύσεις, προβολές στην αυλή του κτιρίου, ως δανειστική βιβλιοθήκη για τους κατοίκους της γειτονιάς, στέγαζε εργαστήριο μεταξοτυπίας, ενώ μέσα στον Μάρτη διοργάνωσε γλέντι για τα παιδιά της γειτονιάς με λουκουμάδες και καλλιτεχνικά δρώμενα. Με το εγχείρημα της κατάληψης του κτιρίου και της πρότασης για έναν αυτόνομο-αυτοδιαχειριζόμενο χώρο και με σύνθημα «Δεν είμαστε νοικάρηδες, ούτε ιδιοκτήτες», οι κάτοικοι της κατάληψης προσπάθησαν προτάξουν ένα συλλογικό τρόπο ζωής απελευθερωμένο από την εμπορευματοποίηση και την ιδιώτευση της κατοικίας. Την τρίτη 29 Μαΐου ο Δήμος με την βοήθεια της αστυνομίας, που εκκένωσε το κτίριο, συνέλαβε τους καταληψίες, και περιέφραξε σχεδόν όλη τη πλατεία Αυδή προκειμένου να «αποκαταστήσει» το κτίριο. Μέχρι σήμερα πάντως δεν έχει προχωρήσει σε καμία επέμβαση που θα δικαιολογούσε αυτή του τη βιασύνη.

Στην πόλη που υπό το πρόσχημα ενός δυναμικού εξωραϊσμού, προτείνεται ο «εξορκισμός» των παλιών της χρήσεων που θυμίζουν την παλιά της υποβάθμιση, ακυρώνεται η μνήμη της και ουσιαστικά χαρίζεται στις δυνάμεις της αγοράς η ανεξέλεγκτη διαμόρφωση της. Απάντηση στη διαχωριστική γραμμή του «μετώπου», είναι το στοιχείο της πολιτικής που συγκροτεί τη σχεδιαστική ταυτότητα του «εμείς». Έτσι η διάκριση του «αυτοί-εμείς» γίνεται τόπος ανταγωνισμού. Ένα «συγκροτητικό καταστατικό»που οδηγεί σε πολιτική πάλη και οφείλεται σε αποκλεισμούς. Οι επιπτώσεις του εξευγενισμού των κέντρων των πόλεων σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο δημιούργησαν στον αντίποδα την επιστημονική και κοινωνική αμφισβήτηση ή την υπεράσπιση των αστικών δημόσιων υπηρεσιών και τη προστασία του τοπικού περιβάλλοντος. Σήμερα στην ατζέντα των κινημάτων, των πολιτών και των οργανωμένων συλλογικοτήτων υπάρχει αυτό που λέει ο Castells στο έργο του «Η πόλη των αποκάτω» (Castells, 1983): Ή εξασφάλιση μιας πόλης που οργανώνεται γύρω από την αξία χρήσης, την αναζήτηση πολιτιστικής ταυτότητας, την προβολή της αποκέντρωσης και της αυτοδιαχείρισης για μια ελεύθερη πόλη.

Όπως το τοποθέτησε ο Peter Marcuse (1991): «Το αντίθετο του εξευγενισμού δεν είναι η κατάρρευση και η εγκατάλειψη – από-εξευγενισμός – αλλά ο εκδημοκρατισμός της κατοικίας». Και εκδημοκρατισμός της κατοικίας δεν είναι οι αναπλάσεις χρήσιμες για το Real Estate και τη μαφία, αλλά οι κοινωνικά χρήσιμες αναπλάσεις για τους κατοίκους της πόλης. Η αρχιτεκτονική δυστυχώς, χάριν της μορφής, συχνά αγνοεί και τους χρήστες και τον τρόπο που εγγράφεται η όποια επέμβαση στο τοπίο με αποτέλεσμα να προκύπτουν συχνά προτάσεις τύπου επιβολής με μοιραία αποτελέσματα στη ζωή των ανθρώπων και μάλιστα των φτωχών. Τα πεδία της επιστημονικής μελέτης του χώρου, της αρχιτεκτονική και της πολεοδομίας, υπηρετούν συχνά τις κυρίαρχες απόψεις για τον σχεδιασμό τον πόλεων, την κατοικία των ανθρώπων, τον δημόσιο χώρο και το περιβάλλον. Μ’ αυτή την έννοια, γινόμαστε, τις περισσότερες φορές, κοινωνοί ενός «ορθολογικού», «τεχνοκρατικού» σχεδιασμού, αποφορτισμένου από τις διαδικασίες των κοινωνικών συγκρούσεων. Έξω όμως από εκεί όμως, τα ζητήματα παραγωγής και λειτουργίας του χώρου εξακολουθούν να αποτελούν κοινωνικά και πολιτικά επίδικα. Η πόλη ως κοινωνικός πυκνωτής, αναπαρίσταται και καταγράφεται γεωγραφικά με ορισμένα κάθε φορά κοινωνικά χαρακτηριστικά ανάλογα των συγκεκριμένων ιστορικών τάσεων στο χώρο.

Αντί λοιπόν για αναπλάσεις που στοχεύουν στην διαχείριση της εγκλωβισμένης υπεραξίας των κεντρικών γειτονιών από τους επενδυτές, ο πολεοδομικός σχεδιασμός μπορεί να ακολουθήσει τις αρχές της «ήπιας αστικής ανάπλασης», δηλαδή της διατήρησης μεγάλου τμήματος του κτιριακού αποθέματος, της βελτίωσης του υπάρχοντος αστικού ιστού και της χωροθέτησης εκείνων των δραστηριοτήτων που εξυπηρετούν τις ανάγκες των κατοίκων. Η ανάπτυξη των κεντρικών περιοχών για να είναι κοινωνικά χρήσιμη δεν μπορεί παρά να απαντάται μόνο στα συμφραζόμενα του δημόσιου ελέγχου και της πρόνοιας αυτού, με μέτρα προστασίας για τα φτωχά στρώματα, τον δημοκρατικό πολεοδομικό σχεδιασμό βασισμένο σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης και την υιοθέτηση μιας πολιτικής κατοικίας για τους άστεγους. Ο σχεδιασμός του αστικού χώρου πρέπει να είναι η έκφραση της ανθρώπινης δράσης, της τοπικότητας και ταυτότητας, η συνάντηση μέσα από τη καθημερινή πρακτική.

Read Full Post »