Τέλος εποχής για τα νεοκλασικά;

Η αρχιτεκτονική κληρονομιά της Αθήνας έρχεται αντιμέτωπη με το υψηλό κόστος και τις απαιτήσεις της ζωής τον 21ο αιώνα

Από την Καθημερινή, του Δημήτρη Ρηγόπουλου

Το συνειδητοποιήσαμε για πρώτη φορά στην περίπτωση των δύο «επίμαχων» κτιρίων της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ο περισσότερος θόρυβος γινόταν για το αρ ντεκό μέγαρο στο νούμερο 17. Ο νεοκλασικός του γείτονας στο 19 παρέμενε σιωπηλός, αδύναμος να ξεσηκώσει από μόνος του τα κύματα συμπάθειας που έφταναν με ορμή απ’ όλη την Αθήνα. Είχε κανείς την αίσθηση ότι εντάχθηκε στην καμπάνια σωτηρίας περισσότερο ως κτίριο συνοδείας του 17. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ολο και σπανιότερα μπαίνουμε σε καινούργια μαγαζιά, εστιατόρια, μπαρ που επένδυσαν στη νεοκλασική κληρονομιά, με τον μαζικό τρόπο που γινόταν στις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Μεταγενέστερες τυπολογίες, από τον εκλεκτικισμό και το αρ ντεκό έως τις πολλές και διαφορετικές εφαρμογές του μοντέρνου, διεκδικούν την προσοχή μας και, ναι, την έχουν. Τα λείψανα της βιομηχανικής, της βιοτεχνικής και της δαιμονοποιημένης, μεταπολεμικής Αθήνας φωτίζονται κάτω από ένα καινούργιο φως. Οσο για τις κατοικίες, ούτε λόγος. Εκτός κι αν διαθέτουμε πλούσιους φίλους. Ή, αν παρουσιάζουν, εμπορικό ενδιαφέρον. Οπότε παύουν να είναι κατοικίες.

Ιδεολογική μεταστροφή

Η κάμψη της δημοφιλίας των νεοκλασικών στηρίζεται σε πολύ χειροπιαστούς λόγους. Κατ’ αρχήν, τα «καλά» αξιοποιήθηκαν όταν όλη η Αθήνα κυνηγούσε ένα νεοκλασικό. Οσα παραμένουν στη θέση τους, συνήθως σε κακή κατάσταση, παρουσιάζουν πολλά προβλήματα: υψηλό κόστος επισκευών και συντήρησης, δυσκολίες προσαρμογής στις σύγχρονες συνθήκες ζωής από τη στιγμή που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα και όλες οι επεμβάσεις ελέγχονται από το υπουργείο Πολιτισμού, παλιομοδίτικες κατόψεις με κατακερματισμένους χώρους.

Είναι όμως μόνο πρακτικοί λόγοι που οδηγούν τη νεοκλασική παράδοση στο σημερινό μεταβατικό στάδιο; Ο αρχιτέκτονας Πάνος Δραγώνας πιστεύει ότι τα τελευταία χρόνια συντελείται μια βαθύτερη αλλαγή. «Για μεγάλο διάστημα οι Αθηναίοι αντιμετώπιζαν εχθρικά τα όποια δείγματα μοντέρνας αρχιτεκτονικής, έχοντας σε μεγάλο βαθμό ταυτίσει τον μοντερνισμό με την ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων και το στερεότυπο της «τσιμεντούπολης». Η τραυματική εμπειρία της εσωτερικής μετανάστευσης, της εγκατάλειψης της υπαίθρου, της ανοικοδόμησης και της καταστροφής της παλιάς Αθήνας έχει πλέον ξεπεραστεί. Για την συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών Αθηναίων, ο ελληνικός μοντερνισμός αποτελεί τη μοναδική οικεία αρχιτεκτονική παράδοση».

Η νοσταλγία του μοντέρνου

Η ιδεολογική αυτή μεταστροφή δεν μπορεί παρά να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, υποστηρίζει ο Π. Δραγώνας. «Υπάρχουν σοβαροί αντικειμενικοί αλλά και υποκειμενικοί λόγοι για να συμβεί αυτό. Οι αντικειμενικοί λόγοι αφορούν τις αρχιτεκτονικές ποιότητες των μοντέρνων κτιρίων αλλά και τις ποιότητες ζωής του αθηναϊκού αστικού περιβάλλοντος που για πολλά χρόνια η τοπική κοινωνία αδυνατούσε να εκτιμήσει. Οι υποκειμενικοί λόγοι αφορούν τη νοσταλγική διάθεση που κάθε γενιά αναπτύσσει για το περιβάλλον των παιδικών της χρόνων. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι η χρονική απόσταση που μας χωρίζει πλέον από την περίοδο του νεοκλασικισμού είναι αρκετά μεγάλη ώστε να εξακολουθήσει να μας συγκινεί με τον ίδιο τρόπο. Από την άλλη πλευρά, τα σχολεία του ’30, τα δημόσια έργα της δεκαετίας του ’60, τα κτίρια γραφείων στο κέντρο της πόλης και ένας ατελείωτος αριθμός πολυκατοικιών που χτίστηκαν από το 1950 μέχρι το 1985 αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά ενός οικείου παλαιού κόσμου που σήμερα διεκδικεί την αναγνώρισή του».

Μειώνεται η προσφορά

«Η αγορά έχει ακόμα ζήτηση για νεοκλασικά ακίνητα, κυρίως στο κέντρο της Αθήνας και στο κέντρο της Κηφισιάς» επισημαίνει ο κτηματομεσίτης Γιάννης Πλουμής της εταιρείας «Πλουμής Σωτηρόπουλος Ο.Ε.». «Στις κατοικίες υπάρχει πάντα ζήτηση, όμως είναι λίγα τα ακίνητα αυτού του είδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κατοικίες». «Η ζήτηση μειώνεται γιατί μειώνεται και η προσφορά, σε μια ούτως ή άλλως κακή στιγμή της αγοράς» υποστηρίζει ο κτηματομεσίτης Βαγγέλης Σταμούλης (Infocasa Αστικά Ακίνητα), ο οποίος προσθέτει μια επιπλέον παράμετρο στην όλη συζήτηση. «Η αποκατάσταση ενός νεοκλασικού σπιτιού ενέχει κινδύνους, κυρίως όταν η επένδυση υλοποιείται σε περιοχές υψηλού αρχαιολογικού ρίσκου, στην Πλάκα, στο Μεταξουργείο, στον Κεραμεικό. Ο επενδυτής πρέπει να είναι προετοιμασμένος για διακοπή των εργασιών από τη στιγμή που βρεθούν αρχαία. Και η διακοπή μπορεί να είναι της τάξεως των δύο, ακόμη και των τριών χρόνων». Η μειωμένη προσφορά απογειώνει τις τιμές και συχνά τις καθιστά απαγορευτικές. «Προσφορά υπάρχει στην Αχαρνών και στην Κυψέλη αλλά δεν υπάρχει ζήτηση γιατί συνήθως πρόκειται για κατοικίες σε κακή κατάσταση και το κόστος της αποκατάστασης είναι υπερβολικά υψηλό».

Ο αρχιτέκτονας Γιάννης Κίζης έχει πολυετή παράδοση στις αποκαταστάσεις παραδοσιακών κτιρίων και είναι σε θέση να γνωρίζει την αγορά εκ των έσω. «Ηδη από τη δεκαετία του ’90 ξέφυγαν οι τιμές των νεοκλασικών σπιτιών στην Αθήνα γιατί η ζήτηση δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην προσφορά, με αποτέλεσμα σήμερα η επισκευή μιας κατοικίας σε μέτρια κατάσταση να αγγίζει τα 1.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο». Αν ένα τέτοιο σπίτι αριθμεί 300 τ.μ. ο επενδυτής θα χρειαστεί 450.000 ευρώ μόνο για την αποκατάσταση, χωρίς να υπολογίσουμε τα έξοδα αγοράς του οικοπέδου.

Αλλά ακόμα κι ένα τόσο υψηλό κόστος μπορεί να συγκριθεί με τις τιμές πολλών προνομιακών διαμερισμάτων του Λυκαβηττού, για παράδειγμα. Γιατί ένας αγοραστής να προτιμήσει το διαμέρισμα από μια ανακαινισμένη νεοκλασική κατοικία στην καρδιά της Πλάκας; Πιθανότατα γιατί η πολυκατοικία θα διαθέτει γκαράζ για το αυτοκίνητό του ή γιατί θα βρίσκει σούπερ μάρκετ σε σχετικά κοντινή απόσταση. «Δεν είναι ότι δεν βρίσκεις διαθέσιμα νεοκλασικά για κατοικία, αλλά είναι αποθαρρυντική η οικονομική απόδοση. Αντίθετα, υπάρχει τεράστια πίεση από εμπόρους και επιχειρηματίες, όπως μας έδειξαν τα πρόσφατα γεγονότα στην Πλάκα, όταν οι μαγαζάτορες πίεσαν για επέκταση της εμπορικής λειτουργίας και στους ορόφους των συγκεκριμένων ιδιοκτησιών. Μόνο μια εμπορική χρήση θα κατορθώσει να αποσβέσει το κόστος της ανακαίνισης». Οσο για το μέλλον δεν είναι πολύ αισιόδοξος: «Τα νεοκλασικά, ιδίως στο κέντρο, θα χάσουν υποχρεωτικά το άρωμα της κατοικίας με ό,τι αυτό σημαίνει για τις αναγκαίες προσαρμογές, έτσι ώστε να εξυπηρετήσουν την εμπορική τους λειτουργία».

Εγκλωβισμένοι ιδιοκτήτες

Και η Αθήνα είναι ακόμα γεμάτη στις κεντρικές της γειτονιές με νεοκλασικά σπίτια, καρπό του λεγόμενου «λαϊκού νεοκλασικισμού» με πιο απλοποιημένες προσόψεις που οικοδομήθηκαν κατά χιλιάδες για να στεγάσουν μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα. Οσα απέμειναν, στέκουν -τα περισσότερα- σε άθλια κατάσταση. Οι ιδιοκτήτες τους συχνά αισθάνονται εγκλωβισμένοι. Ως διατηρητέα δεν μπορούν να τα «πειράξουν» και τα οικονομικά τους δεν τους επιτρέπουν σοβαρές εργασίες αποκατάστασης.

Λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης επικαλείται η αρχιτέκτων και καθηγήτρια ΕΜΠ Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη για να μας εξηγήσει, με την ιδιότητα του μέλους του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού, τη «στροφή» στην «πολιτική» κήρυξης διατηρητέων εκ μέρους της Πολιτείας. «Αν μιλάμε για κτίρια κάποιου μεγέθους, τα κηρύσσουμε διατηρητέα. Διαφορετικά, όχι. Μόνο αν εντάσσονται σε κάποιο σύνολο – αυτή είναι η τάση του Συμβουλίου». Η κ. Αδάμη επισημαίνει ότι συχνότερα έρχονται προτάσεις αποχαρακτηρισμού του εσωτερικού ήδη χαρακτηρισμένων κτιρίων, έτσι ώστε να αξιοποιηθεί εμπορικά το ακίνητο. Η ίδια, αν και αντίθετη στη λογική του facadisme (την «σκηνογραφική» διατήρηση μόνο της πρόσοψης), δηλώνει ότι στο πλαίσιο του Συμβουλίου προσπαθούν να βρουν τη χρυσή τομή ώστε να επιτρέπεται η εισαγωγή μιας νέας χρήσης χωρίς να διαγράφονται οι μνήμες της αρχικής διάταξης (οροφή, δάπεδο, κ.ά.).