Τα ερείπια της Αθήνας

Tου Δημήτρη Ρηγόπουλου, στην Καθημερινή

Πριν από λίγες ημέρες, ο δήμαρχος Αθηναίων έδωσε στη δημοσιότητα ένα σημαντικό νούμερο: 1640 είναι τα εγκαταλελειμμένα κτίρια που κατέγραψαν οι υπηρεσίες του στην περιοχή ευθύνης του Δήμου. Σε μια παλιά συνοικία του κέντρου της πρωτεύουσας, στο Μεταξουργείο, πιστοποιήθηκαν 106 εγκαταλελειμμένα κτίρια, αριθμός που αντιστοιχεί στο 7% του συνολικού κτιριακού αποθέματος της γειτονιάς.

Είναι περισσότεροι οι εγκαταλελειμμένοι χώροι, παραδέχθηκε ο κ. Κακλαμάνης. Κι έτσι είναι. Σύμφωνα με άλλη έρευνα, ιδιωτικού φορέα, στην ευρύτερη περιοχή του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού το 46% (!) των συνολικών ιδιοκτησιών αφορά σε ερείπια, κτίρια σε κακή κατάσταση και σε αδόμητα οικόπεδα.

Δεν είναι όλη η Αθήνα Μεταξουργείο, αλλά στις πυκνοκατοικημένες συνοικίες της πόλης επιβιώνουν μικρογραφίες μιας βεβαιωμένης και πολυσύνθετης αστικής κρίσης, που δεν κρύβεται με τίποτα. Τα ερείπια του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού είναι απλώς το σύμπτωμα. Ενα σύμπτωμα που, ωστόσο, δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει στα σοβαρά καμία κυβέρνηση, της τελευταίας εικοσαετίας τουλάχιστον.

Τα ερειπωμένα νεοκλασικά και τα κακογερασμένα κτίρια του ’60 και του ’70 (συντριπτικά περισσότερα τα δεύτερα) δίνουν τον τόνο στο άρρωστο σώμα της πόλης και είναι αυτό που μένει στο τέλος σαν εντύπωση στον επισκέπτη της πόλης όσα Μουσεία της Ακρόπολης κι αν φτιάξουμε.

Ο κ. Κακλαμάνης διαμαρτυρήθηκε «ότι για να αλλάξεις πόμολο σε διατηρητέο κτίριο χρειάζεσαι έξι μήνες, διότι για να αλλάξεις το πόμολο χρειάζεσαι απόφαση απ’ όλες τις Εφορείες που εμπλέκονται τις Αρχαιολογικές Εφορείες. Ετσι, όχι μόνο δεν δίνεται κίνητρο στον ιδιοκτήτη ή σε έναν αγοραστή να αναπαλαιώσει ένα παλιό κτίριο, αλλά είναι πλήρες αντικίνητρο».

Πολύ σωστή επισήμανση, αλλά αυτά είναι πράγματα που συζητάμε εδώ και 15 χρόνια και είναι καλό να περάσουμε κάποια στιγμή από τα λόγια στην πράξη. Οχι στο Μεταξουργείο ή στον Κεραμεικό, αλλά στην οδό Σταδίου υπάρχουν τρεις κραυγαλέες περιπτώσεις νεοκλασικών κτιρίων σε οικτρή κατάσταση, μέσα στη βρώμα, με κάτι κουρέλια να ανεμίζουν πέρα-δώθε στο πρώτο σφύριγμα του ανέμου. Αν η νομοθεσία μας δεν επαρκεί ή αποδείχθηκε αναποτελεσματική, θα πρέπει να αλλάξει. Να λειτουργεί υποστηρικτικά προς τον ιδιώτη που είναι διατεθειμένος να μπει σ’ αυτήν την περιπέτεια και όχι να του βγάζει το λάδι επειδή ενοχλούνται ορισμένοι.

Κι επιτέλους. Αν στη φούρια της δεκαετίας του ’80 καταδικάσαμε μερικούς συμπολίτες μας χαρακτηρίζοντας ένα ξεκάρφωτο νεοκλασικό μικρής αξίας στη μέση ενός ωκεανού από πολυκατοικίες, ας επιδείξουμε τη γενναιότητα σήμερα κάνοντας το σωστό.

Ή απλά λέγοντας μια συγγνώμη. Ποτέ δεν είναι αργά.

Από τη Νεάπολη στο Μεταξουργείο

Tου Νικου Bατοπουλου, στην Καθημερινή.

Iσως να έφταιγε η Οντρεϊ Χέπμπορν και ο Γκρέγκορι Πεκ που ένα ζεστό Σάββατο βράδυ έφθασα στα «Παναθήναια» της οδού Μαυρομιχάλη για να δω το «Διακοπές στη Ρώμη». «Είναι στη Νεάπολη», με διόρθωσαν όταν –εκ παραδρομής, έστω– θεώρησα λογικό να τοποθετήσω το όμορφο αυτό σινεμά (με χαλίκι!) στην περιοχή των Εξαρχείων. Καθώς είχα φθάσει νωρίς, έκανα μια βόλτα στους γύρω δρόμους. Πήρα κάτω τη Μαυρομιχάλη και λοξοκοιτούσα τα στενά. Είχα χρόνια να περπατήσω στη «Νεάπολη» και μάλιστα αυγουστιάτικο σούρουπο Σαββάτου, πράγμα που σημαίνει ότι οι δρόμοι ήταν άδειοι και το χλωμό φως τύλιγε με μια απόκοσμη αύρα τις πολυκατοικίες του ’60 και τα παλιά σπίτια, σε μία μείξη που θα ήθελε, ενδεχομένως, να είναι γοητευτική αλλά που δεν τα κατάφερνε και τόσο.

Μιλάει άραγε κανείς για τη Νεάπολη, αναρωτήθηκα, καθώς σκέφτηκα ότι οι αστικές γειτονιές που ήταν στην επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια ήταν τα Εξάρχεια, ο Αγιος Παντελεήμων Αχαρνών, η Κυψέλη και το Μεταξουργείο. Για τη Νεάπολη, λίγα πράγματα, όπως και ελάχιστα απασχολούν την επικαιρότητα το Παγκράτι, το Μετς ή τα Πατήσια. Ισως καλύτερα, σκέφτηκα. Γιατί η απουσία προβολής σημαίνει ότι η γειτονιά είναι πιο φιλήσυχη. Επίσης, σημαίνει ότι τα σχέδια του real estate δεν έχουν συμπεριλάβει τη Μαυρομιχάλη, την Ιπποκράτους ή τη Χαριλάου Τρικούπη, στις εκβολές τους στην Αλεξάνδρας. Καθώς, όμως, περπατούσα σκανάροντας την περιοχή, μόνος σε μια άσφαλτο που άχνιζε τη ζέστη της μέρας που έσβηνε, παρατήρησα ότι πολλά παλιά σπίτια είχαν ανακαινισθεί και ότι μέσα έμεναν άνθρωποι που τα αγαπούσαν. Είχαν χωρίς αμφιβολία επενδύσει πολλά χρήματα για να μετατρέψουν αυτές τις παλιές κατοικίες, χτισμένες στα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου οι περισσότερες, αλλά με όψιμο νεοκλασικό στυλ, σε σύγχρονα σπίτια με ανέσεις αλλά και αίσθηση της αθηναϊκής ιστορίας. Δύο-τρία μάλιστα από τα σπίτια αυτά ήταν πρώτης τάξεως, θα έστεκαν σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πόλη και επιπλέον είχαν και τη γλύκα και την ταπεινότητα της αθηναϊκής συνοικίας.

Σιγά σιγά, η μείξη της Νεάπολης, με τις καταθλιπτικές πολυκατοικίες της και τα νοικοκυρίστικα σπίτια του 1920, με κάποια σκόρπια ερείπια οικογενειακών, άλλοτε, εστιών, με το απαλλοτριωμένο οικόπεδο του ΟΣΚ, με τα καφενεία και τις ταβέρνες, όπου ο χρόνος είχε σταματήσει, με βιβλιοπωλεία και μικρομάγαζα, άρχισε να με κερδίζει γιατί ένιωθα ότι πίσω από τη φαινομενική ακινησία υπήρχε διάθεση για ήρεμη ζωή. Κάποια παράθυρα άρχισαν να φωτίζουν καθώς έπεφτε η νύχτα, ένα νεοκλασικό σπίτι έμοιαζε με κουκλόσπιτο, από ένα ισόγειο πολυκατοικίας ακούστηκε Καζαντζίδης και μύρισε τηγανητό φαγητό.

Ηταν η αντίθετη ατμόσφαιρα από αυτήν που είχα συναντήσει στο Μεταξουργείο, όπου είχα βρει έκπληκτος, σαν τουρίστας στην Αθήνα, την οδό Ιάσονος με πλήρη μέτωπα νεοκλασικών σπιτιών σε παράταξη, που όμοιά της δεν συναντάς σε άλλες αστικές περιοχές κατοικίας. Η Ιάσονος είναι γοητευτική μέσα στην παρακμή της, όλα σχεδόν τα παλιά σπίτια είναι πορνεία, οι τοίχοι είναι βαμμένοι μωβ, πράσινοι, λουλακί, υπάρχει ένας απόηχος Αβάνας ή Μεξικού. Είχα πάει εκεί για την γκαλερί The Breeder, που είναι ένα ultra-modern box, λευκό και κλινικά αέρινο, μέσα στην υγρασία και τις σκιές του παλιού Μεταξουργείου! Ενα εντυπωσιακό κοντράστ! Δεν βλέπεις κατοικίες στο Μεταξουργείο, όπως βλέπεις στη Νεάπολη. Υπάρχουν, φυσικά, αλλά απουσιάζει η συνοχή της αστικής συνέχειας που βλέπει κανείς στη μικρο-μεσοαστική Νεάπολη.

Ισως, όμως, γι’ αυτό, το Μεταξουργείο με τον ιστό του τρύπιο σαν ελβετική γραβιέρα, είναι η περιοχή στην οποία πολλοί ποντάρουν ότι θα «ανέβει». Είναι ο αντίποδας της Νεάπολης. Οταν το Μεταξουργείο είχε συγκεντρώσεις αστικού πληθυσμού πριν από το 1900, η Νεάπολη μόλις είχε αρχίσει να βλέπει το φως της μέρας. Ηταν η νέα γειτονιά, εξ ου και το όνομά της, που γρήγορα γέμισε με σπίτια που νοίκιαζαν δωμάτια σε φοιτητές του Πανεπιστημίου που έρχονταν από την επαρχία.

Σήμερα, η Νεάπολη μοιάζει λίγο ξεχασμένη, αλλά η ζωή της είναι οργανωμένη και ήρεμη. Διαθέτει τον ωραιότερο ίσως δρόμο της κεντρικής Αθήνας, την οδό Παπατσώρη, που δείχνει την κλίμακα της αθηναϊκής συνοικίας με τον καλύτερο τρόπο. Ζει όμως πίσω από τα «πρωτοσέλιδα» και τα σχέδια των επενδυτών. Αυτά υπάρχουν για το Μεταξουργείο, τον Κεραμεικό και τον Βοτανικό, που βρίσκονται σε διαδικασία συμπλήρωσης του αστικού ιστού τους. Μοιάζει παράδοξο, αν σκεφτεί κανείς ότι το Μεταξουργείο ήταν μια αστική γειτονιά πριν από 100-120 χρόνια και έως το 1950. Οι αθηναϊκοί κύκλοι ζωής το βύθισαν και σήμερα, είμαστε μάρτυρες της ανέλκυσής του. Η εσωτερική γεωγραφία της Αθήνας είναι ένας χάρτης με πολλές, άγνωστες ηπείρους.