Πράσινο αντάρτικο στις αθηναϊκές γειτονιές

Του Δημήτρη Ρηγόπουλου, στην Καθημερινή.

Η οδός Τσαμαδού είναι ένας πολύ συμπαθητικός πεζόδρομος των Εξαρχείων με αρκετό πράσινο, ικανοποιητικό αριθμό παλιών σπιτιών, κάποιες ενδιαφέρουσες μεταπολεμικές πολυκατοικίες, κόσμο της γειτονιάς στα λιγοστά καφενεία κι ένα… άδειο οικόπεδο, όχι πολύ μακριά από την πλατεία. Τους τελευταίους μήνες, το άδειο οικόπεδο… γεμίζει. Κάθε Σάββατο, προς το παρόν, τώρα που το «πείραμα» της Τσαμαδού κάνει τα πρώτα του βήματα. Με κατοίκους της γειτονιάς που νοστάλγησαν το πράσινο και πριν από ακριβώς έξι μήνες μπήκαν στο εγκαταλελειμμένο οικόπεδο και αποφάσισαν να το κάνουν κήπο για όλη τη γειτονιά. Είναι το «Κηπάκι της Τσαμαδού», μια ωραία ιστορία αυτενέργειας πολιτών της Αθήνας που αποφάσισαν να «κάνουν κάτι» για τη ζωή τους. Οχι ο καθένας μόνος του, αλλά όλοι μαζι. Με τον γείτονα που μέχρι χθες αντάλλασσαν μόνο μια βιαστική καλημέρα στο ασανσέρ, με τον κύριο από τη γωνιακή πολυκατοικία που βλέπονταν στο ψιλικατζίδικο της Βαλτετσίου, με τον «περίεργο» που κάποτε είχαν τσακωθεί άσχημα για μια θέση πάρκινγκ στην Τοσίτσα.

Τώρα όλοι μαζί έβγαλαν από το χορταριασμένο οικόπεδο μπάζα, σκουριασμένα σίδερα, σκουπίδια και σύριγγες. Υστερα επιδιόρθωσαν την περίφραξη και έφτιαξαν μια μεγάλη συρόμενη πόρτα. Και όταν η κούραση χτύπησε κόκκινο ήπιαν το πρώτο ούζο παρέα. Και το «Κηπάκι της Τσαμαδού» μεταμορφώνεται σιγά σιγά σ’ εναν ελεύθερο, πράσινο χώρο ηρεμίας, συνεύρεσης και δημιουργίας ανοικτό σ’ όλους τους γείτονες κάθε ηλικίας. Εδώ και λίγο καιρό διαθέτει κάδο κομποστοποίησης για οργανικό λίπασμα και πρόσφατα χτίστηκαν τα πρώτα πέτρινα παρτέρια.

Η αγορά της Κυψέλης

Δεν είναι η μοναδική πρωτοβουλία κατοίκων μιας γειτονιάς της Αθήνας που αποφάσισαν να πάρουν στα χέρια τους την υπόθεση της δικής τους καθημερινότητάς στην πόλη. Τον Δεκέμβριο του 2006 μια ομάδα δραστήριων Κυψελιωτών προχώρησαν σε ειρηνική κατάληψη της Αγοράς της Φωκίωνος Νέγρη. Ενα σύμβολο για την περιοχή κινδύνευε. Είτε με κατεδάφιση (είχαν διαδοθεί φήμες για ανέγερση πολυώροφου χώρου στάθμευσης) είτε με αξιοποίηση, λέξη που δεν ακούστηκε καλά σε έναν ιστορικό πεζόδρομο της Αθήνας γεμάτο καφέ, εστιατόρια, μπαρ και καταστήματα. Τοπικοί σύλλογοι, οι «Φίλοι της Κυψέλης», μέλη της δημοτικής παράταξης «Ανοιχτή Πόλη» και μεμονωμένοι κάτοικοι «κατέλαβαν» το ωραίο, μοντέρνο κτίριο της καταπονημένης Αγοράς με την ανοχή του Δήμου Αθηναίων στον οποίο και ανήκει ο χώρος. Δύο, σχεδόν, χρόνια μετά η Αγορά της Κυψέλης έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα αυτοδιαχειριζόμενο κέντρο πολιτιστικής έκφρασης, εκπαίδευσης και, κυρίως, κοινωνικής συναναστροφής. Πολιτιστικές εκδηλώσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα (όπως τα μαθήματα ελληνικών για τους πολλούς ξένους της περιοχής), το «Παιδικό Δωμάτιο» για τους λιλιπούτειους θαμώνες της Αγοράς, η Δανειστική Βιβλιοθήκη, συνθέτουν το μωσαϊκό μιας διαφορετικής καθημερινότητας στη καρδιά της Κυψέλης. Και δίπλα στα παραδείγματα της Τσαμαδού και της Κυψέλης ανθεί το guerilla gardening, ένα ιδιότυπο οικολογικό αντάρτικο πόλης.

Λεβάντες στα χαλάσματα

Ολα ξεκίνησαν στο Μεταξουργείο. Γείτονες ενός εγκαταλελειμμένου ιδιωτικού οικοπέδου, αποφάσισαν να δράσουν, αρνούμενοι να συμβιβαστούν με τη θέα μιας βρώμικης φέτας γης δίπλα στο σπίτι τους. Ειδοποίησαν την Υπηρεσία Καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων, που όμως αρνήθηκε να επέμβει με το επιχείρημα ότι ο χώρος είναι ιδιόκτητος. Τότε, αντί να κάνουν αυτό που θα κάναμε όλοι οι υπόλοιποι (να θυμώσουμε, να μην κάνουμε τίποτα ή να ρίξουμε την ευθύνη στον δήμο), πλήρωσαν ένα συνεργείο με μπουλντόζα που για αρχή απάλλαξε το οικόπεδο από τους τόνους σκουπιδιών και τα ψοφίμια. Στη συνέχεια φύτεψαν λεβάντες, δενδρολίβανα και λαντάνες. Απέκλεισαν τα δέντρα για να μην τρομάξουν τον ιδιοκτήτη. Σιγά σιγά μαζί με τους δύο τολμηρούς κατοίκους του Μεταξουργείου συσπειρώθηκε ολόκληρη η γειτονιά. Και το άθλιο οικόπεδο μεταμορφώθηκε σήμερα σ’ έναν κανονικό παράδεισο. Οι ίδιοι δημιούργησαν τη δική τους σελίδα στο facebook απ’ όπου ξεπήδησαν δράσεις σε όλη την πόλη. Η ιδέα είναι να φυτεύεις κάθε ελεύθερη σπιθαμή χώματος, χωρίς να έχεις την άδεια του δήμου ή (και) του ιδιοκτήτη ενός εγκαταλελειμμένου οικοπέδου.

Οι ιστορίες της Τσαμαδού, της Αγοράς και του Μεταξουργείου έχουν διαφορετικές αφετηρίες, αλλά μας λένε το ίδιο πράγμα. Περνάμε από την εποχή των θολών πολιτικών διακηρύξεων σε νέες μορφές συλλογικότητας, κομματικά ακηδεμόνευτων, όπου το το κοινό σημείο δεν είναι η πολιτική ένταξη αλλά ένας σωρός από σκουπίδια στο απέναντι οικόπεδο. Και το ακόμα καλύτερο: κάποιοι είναι πρόθυμοι να το καθαρίσουν μόνοι τους, με τα δικά τους χρήματα, και να το φτιάξουν, χωρίς να περιμένουν από κανένα κράτος να κάνει αυτό που ίσως δεν θα κάνει ποτέ.