Οι «νεο-αστοί» ανακαλύπτουν το υποβαθμισμένο κέντρο

Του Φώντα Διαλεισμά, στην Αυγή

Το 2006, ο Γάλλος συνθέτης Renaud τραγουδούσε για τους bobos (από τα συνθετικά bb: bourgeois-bohemes), μια νέα τάξη(;) της γαλλικής κοινωνίας. Αυτοί οι μποέμ-αστοί λοιπόν, που πατάνε με το ένα πόδι σε ένα γιάπικο lifestyle γεμάτο meetings και deadlines και με το άλλο στο δήθεν εναλλακτικό των βιολογικών προϊόντων και του Manu Chao, έχουν κάνει εσχάτως την εμφάνισή τους στην αθηναϊκή σκηνή, ενώ, για να ενισχύσουν την ιδιογενή τους εικόνα, «εποικούν» στις άλλοτε παρακμιακές γειτονιές του κέντρου επιφέροντας αλλαγές στη δομή τους. Το παράδειγμα «Μεταξουργείο-Κεραμεικός» είναι ενδεικτικό.

Η έκρηξη της νυχερινής ζωής στου Ψυρρή το ’90 και στο Γκάζι το ’00 έφερε στο προσκήνιο τις υποβαθμισμένες συνοικίες του κέντρου και συνέβαλε στην επανακατοίκησή τους. Μια νέα γενιά, συνηθισμένη (και εθισμένη…) στους γρήγορους ρυθμούς της πόλης, ξανα-ανακαλύπτει τις έως τώρα παρηκμασμένες γειτονιές της (π.χ. Κεραμεικός, Γκάζι) και εισάγει την κατοίκηση σε περιοχές που μέχρι πρότινος φάνταζε παράταιρη (π.χ. εμπορικό τρίγωνο). Εν τω μεταξύ, οι περιοχές αυτές κατοικούνται κυρίως από οικονομικούς μετανάστες, που ολοένα πολλαπλασιάζονται στην πρωτεύουσα. Για κάποιους, αυτό τις καθιστά ένα άβατο γκέτο εγκληματικότητας, ένα κομμάτι της πόλης non gratta. Για τους bobos όμως, η συμβίωση με τους μετανάστες αποτελεί θέλγητρο και κομμάτι του εναλλακτικού τους προφίλ. Έτσι λοιπόν, το υποβαθμισμένο κέντρο με τους «υποβαθμισμένους» κατοίκους έλκει τους νεο-αστούς, που, κουρασμένοι προφανώς από την ανιαρή καθημερινότητα των ασφαλών περιοχών τους, ψάχνουν να ζήσουν την περιπέτεια.

Πέρα όμως από τις “γεωγραφικές”, μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι κτηριολογικές επιλογές στην κατοίκηση αυτής της «τάξης», αν ακολουθήσουμε τον Renaud. Αυτοί οι νεο-κάτοικοι επέλεξαν να εγκατασταθούν στις συγκεκριμένες «ζώνες» απαξιώνοντας εντούτοις το προϋπάρχον κτηριακό τους δυναμικό. Κτήρια παλιά, μικρά και σε κακή κατάσταση, εξαιτίας της πλημμελούς συντήρησης από τους οικονομικά αδύναμους ιδιοκτήτες τους, κρίθηκαν ακατάλληλα να στεγάσουν τα όνειρα των παιδιών της μεσαίας και μεγάλης αστικής τάξης, που μεγάλωσαν σε ευρύχωρες πολυκατοικίες του κέντρου ή στα προάστια. Έτσι, μια νέα οικοδομική δραστηριότητα ήρθε να καλύψει τις νέες ανάγκες. Νεόδμητες, πολυτελείς κατασκευές, πολλών τετραγωνικών και ανέσεων, με τιμές αγοράς πολλαπλάσιες (βλ. 5.000Ε/τ.μ.!) των υφιστάμενων ακινήτων της περιοχής, στριμώχτηκαν στα ταλαίπωρα στενά του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού και διαφημίζονται ως η νέα αστική αρχιτεκτονική.

Η περίπτωση των lofts

Επινόηση των Νεουορκέζων μποέμ του ’50 και νέο απόκτημα στην Αθήνα, το loft ορίζεται ως η μετατροπή χώρων αποθήκευσης και παραγωγής σε κατοικία. Βασικό χαρακτηριστικό του, οι μεγάλοι ενιαίοι χώροι που θέτουν πολύ χαλαρά τα όρια των λειτουργιών μέσα στην κατοικία. Τα lofts αναπτύσσονται σε πολυώροφα κτήρια καταλαμβάνοντας συνήθως ολόκληρο τον όροφο. Στην περίπτωσή μας, υπάρχει βεβαίως και μια ειρωνεία: η Αθήνα ουδέποτε διέθετε τον πλούτο βιομηχανικών κτηρίων της αμερικάνικης μεγαλούπολης και συνεπώς χώρους κατάλληλους για lofts. Επειδή όμως τα προστάγματα της μόδας είναι ισχυρά, στην Ελλάδα φτιάξαμε lofts από το μηδέν. Αφού δεν είχαμε το δέον παρελθόν, το κατασκευάσαμε (sic).

Τα “συγκροτήματα κατοικιών”

Με το κλασικό μοντέλο της πολυκατοικίας, όπως μαζικά καθιερώθηκε από το ’60 και μετά, να έχει αποτύχει, η αρχιτεκτονική της πόλης επανερευνά το μοντέλο του συγκροτήματος μονοκατοικιών δημιουργώντας μια νεο-πολυκατοικία, μια επαναδιατύπωση του παλιού αθηναϊκού σπιτιου. Χαρακτηριστικό αυτής της δομής είναι η οργάνωση των κατοικιών γύρω από έναν κοινόχρηστο, συνήθως υπαίθριο χώρο, με πρόθεση τον συγχρωτισμό των κατοίκων, μιας μεταμοντέρνας γειτνίασης.

Γλαφυρό δείγμα τέτοιας νεο-πολυκατοικίας, το συγκρότημα της ΓΕΚ Α.Ε. στην καρδιά του Μεταξουργείου, που αναγέρθηκε ύστερα από έναν πολυσυζητημένο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Χάρη σε αυτόν, απέκτησε αίγλη κι εμπορική επιτυχία σε μια περίοδο δύσκολη για την αγορά ακινήτων. Το ενδιαφέρον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι πως, εξετάζοντας τα αποτελέσματα του προαναφερθέντος διαγωνισμού, παρατηρούμε πως η συντριπτική πλειοψηφία των προτάσεων που διακρίθηκαν (όχι μόνο η πρόταση που κατασκευάστηκε) έφεραν ένα κοινό γνώρισμα: ήταν κτήρια «κλειστά» προς την πόλη. Στραμμένα προς το εσωτερικό του οικοπέδου, δηλώνουν σαφώς την πρόθεσή τους ν’ απομονωθούν από το τόσο διαφορετικό από τον χαρακτήρα του κτηρίου οικιστικό περιβάλλον. Μια σαφής αρχιτεκτονική χειρονομία, που επιτείνει τη διαφορά των «μέσα» από τους «έξω» και στην ουσία οχυρώνει τους πρώτους σε έναν δικό τους κόσμο όπου οι έξω δεν έχουν θέση. Χαρακτηριστικό των σχέσεων που διαμορφώνει το συγκρότημα με τη γειτονιά είναι πως χρειάζεται ειδική μαγνητική κάρτα ακόμα και για να βγει κάποιος από την αυλή στον δρόμο(!). Το περίκλειστο κτήριο της ΓΕΚ “προσγειώνει” στη γειτονιά μια “άλλη” ζωή, που δεν θέλει πολλά πάρε-δώσε με τους στοιβαγμένους μετανάστες, τις πόρνες και τα πρεζάκια που την περιτριγυρίζουν.

Επαναδιατυπώνοντας, παρατηρούμε το παράδοξο: σε υποβαθμισμένες περιοχές, έρχονται να κατοικήσουν άνθρωποι μεσαίων και μεγάλων στρωμάτων, άμαθοι σε αυτές τις συνθήκες, χτίζοντας νέες κατοικίες, που τους διαχωρίζουν από το υφιστάμενο αστικό και κοινωνικό περιβάλλον. Πώς θα τους βρει η επόμενη μέρα; Θα καταφέρουν άραγε ν’ αποικίσουν ολοκληρωτικά το Μεταξουργείο; Κι αν το αποικίσουν, μήπως αυτό δεν θα σημάνει την πλήρη εκδίωξη των ‘‘ταπεινών’’ ανθρώπων και σπιτιών, που έδιναν εκείνο το ‘‘χρώμα’’ στη γειτονιά και που οι bobos τόσο αδηφάγα κατανάλωσαν; Μήπως πάρουν το κουβαδάκι τους και πάνε να παίξουνε σε άλλη παραλία ή μήπως νωρίτερα φοβηθούν το couleur locale, που δεν αποφύγανε επιτυχώς (βλέπε περίπτωση Guru) και τρέξουνε….;