Η καρδιά της Αθήνας αλλάζει μορφή

Της Μανίνας Νικολοπούλου, στο Έθνος

Πολεοδομικές, οικιστικές και κοινωνικές παρεμβάσεις μεγάλης εμβέλειας στην καρδιά της Αθήνας με βασικό στόχο την ανάταξη του κέντρου, τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και την αναζωογόνηση της επιχειρηματικότητας, περιλαμβάνει το Σχέδιο Ολοκληρωμένης Αστικής Παρέμβασης (ΣΟΑΠ) του υπουργείου Περιβάλλοντος που έχει μπει σε διαδικασία υλοποίησης από τον περασμένο Αύγουστο, όταν ο υπουργός ΠΕΚΑ Γιάννης Μανιάτης έστειλε επιστολή σε όλα τα συναρμόδια υπουργεία ζητώντας να ορίσουν εκπροσώπους ώστε να συντονιστούν και να δρομολογηθούν οι ενέργειες για την πραγματοποίηση του έργου.

1

Η ανταπόκριση υπήρξε άμεση από όλους και αναμένεται μέσα στον Οκτώβριο να παρουσιαστεί στους συναρμόδιους η πρώτη φάση της μελέτης. Θα ακολουθήσει η δημόσια διαβούλευση, όσο γίνεται πιο ευρεία, με τους πολίτες, τους κοινωνικούς και επαγγελματικούς φορείς της πόλης, τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.

Ο Δήμος Αθηναίων συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία, ενώ ενδιαφέρον για την υλοποίηση ΣΟΑΠ έχει εκδηλώσει και ο Δήμος Θεσσαλονίκης. Το ΥΠΕΚΑ πιστεύει πως το πρώτο τρίμηνο του 2014 θα υπάρχει διαμορφωμένη τελική πρόταση ώστε ο σχεδιασμός να ολοκληρωθεί μέσα σε έναν-ενάμιση χρόνο.

Αντικείμενο της παρέμβασης αποτελούν τέσσερις περιοχές της Αθήνας που συγκροτούν τον πυρήνα της πόλης, δηλαδή: Εμπορικό Τρίγωνο-Ψυρρή, Πλατεία Βάθη-Μεταξουργείο-Κεραμεικός, Μουσείο-Πανεπιστημίου, Πλατεία Βικτωρίας-Πλατεία Αττικής-Αγιος Παύλος. Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως ο σχεδιασμός αγκαλιάζει και έργα ανάλογου τύπου, όπως είναι η ανάπλαση της Πανεπιστημίου.

2

 

Οι προγραμματιζόμενες δράσεις θα κινηθούν γύρω από τρεις βασικούς πόλους: Πολεοδομική και αρχιτεκτονική αναβάθμιση, βιώσιμη κινητικότητα (με τη χρήση μη ρυπογόνων ΜΜΜ, την κίνηση πεζή, το ποδήλατο), εξοικονόμηση ενέργειας.

Σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η ενίσχυση της προστασίας των διατηρητέων κτιρίων με μια νέα προσέγγιση «που δεν θα καθιστά τους ιδιοκτήτες εχθρούς του ακινήτου τους», καθώς και η αναγέννηση του κτιριακού αποθέματος. «Το μέλλον των πόλεων, το πολεοδομικό και της οικοδομής, δεν μπορεί παρά να είναι η αναβάθμιση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος, ιδίως των κέντρων. Εχουμε 8 εκατομμύρια κτίρια σε όλη την Ελλάδα – το ερώτημα είναι πώς τα χρησιμοποιούμε. Σίγουρα, άλλα ντουβάρια δεν μπορούμε να κτίσουμε…», δήλωσε χαρακτηριστικά στο «Εθνος» ο Γιάννης Μανιάτης.

Στις προτάσεις των μελετητών περιλαμβάνεται η προώθηση μιας πολιτικής αστικών αναδασμών προκειμένου να δημιουργηθούν νέα ακίνητα από τα παλαιά, εγκαταλειμμένα και μη. «Χρειάζεται μια δραστική πολιτική για την αντιμετώπιση της κατάστασης, εν μέρει συνδυαζόμενη με την επανάκαμψη κατοίκων και επαγγελματιών στο κέντρο και εν μέρει με τη δυνατότητα νέων επενδύσεων», τονίζεται στη μελέτη.

Το ΥΠΕΚΑ επιδιώκει τη διαμόρφωση κινήτρων ώστε να συντηρηθούν και να αναβαθμιστούν όσο το δυνατόν περισσότερα διατηρητέα ακίνητα. Τα κίνητρα μπορεί να είναι πολεοδομικά και οικονομικά στην κατεύθυνση της ενεργειακής αναβάθμισης, ενώ δεν αποκλείεται να διευρυνθεί ο ορισμός των διατηρητέων και να συμπεριληφθούν ακίνητα αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, όπως π.χ. του Μεσοπολέμου.

Τη μελέτη για την διαμόρφωση του ΣΟΑΠ έχει αναλάβει από την άνοιξη το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στη βάση σύμβασης με ΥΠΕΚΑ και Δήμο Αθηναίων. Τον συντονισμό έχει ο Οργανισμός Αθήνας εκ μέρους του υπουργείου Περιβάλλοντος.

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ
Πόροι από το Jessica

Η βασική χρηματοδότηση του ΣΟΑΠ προβλέπεται να διασφαλιστεί από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα αστικών αναπλάσεων Jessica, μια πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αναπτύχθηκε από κοινού με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Αναπτυξιακή Τράπεζα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται να συγκροτηθεί στον Δήμο Αθηναίων Ταμείο Αστικής Ανάπτυξης (ΤΑΑ) στη βάση μελέτης που ολοκληρώνει το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Στόχευση
Το πρόγραμμα Jessica επενδύει κυρίως σε αστικές υποδομές (μεταφορών, ύδρευσης, λυμάτων, ενέργειας), σε χώρους πολιτιστικής κληρονομιάς ή πολιτιστικού ενδιαφέροντος για τουριστικές ή άλλες βιώσιμες χρήσεις, σε αποκαταστάσεις υποβαθμισμένων βιομηχανικών περιοχών, στη δημιουργία νέων εμπορικών χρήσεων, σε πανεπιστημιακές και άλλες ειδικευμένες εγκαταστάσεις και σε βελτιώσεις στην ενεργειακή αποδοτικότητα.

Τα παράπονα και οι προτάσεις των πολιτών

Η έλλειψη δημόσιων χώρων, τα κενά και γερασμένα κτίρια που έχουν μετατραπεί σε εστίες βρώμας και παραβατικότητας, η μεγάλη συσσώρευση παράνομων μεταναστών, η μείωση των θέσεων εργασίας, οι αυξανόμενες κοινωνικές εντάσεις, η ελλιπής καθαριότητα είναι τα βασικά παράπονα που εκφράζουν οι πολίτες και οι φορείς της Αθήνας, όπως αυτά προέκυψαν από συνεντεύξεις που διενήργησαν οι μελετητές και από επιτόπου αυτοψίες.

Οι Αθηναίοι διαμαρτύρονται επίσης για τον υπερβολικό όγκο κτιρίων, το μεγάλο έλλειμμα χώρων πρασίνου, τον χαμηλής ποιότητας σχεδιασμό σε μεγάλο μέρος του δημόσιου χώρου, τη μη υλοποίηση ή αποσπασματική και χωρίς συνέχεια υλοποίηση πολλών παρεμβάσεων αναβάθμισης, την ηχορύπανση, την εκτεταμένη χρήση των πεζοδρομίων από επιχειρήσεις εστίασης και άλλες δραστηριότητες, το παράνομο παρκάρισμα ακόμα και σε πεζόδρομους ή σε στάσεις λεωφορείων, την αδυναμία πρόσβασης στο κέντρο των ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Μεταξύ των προτάσεων που καταθέτουν, σημειώνουμε την επανάχρηση εγκαταλειμμένων κτιρίων και κτιρίων υπό κατάληψη, επιλεκτικές κατεδαφίσεις για την αντιμετώπιση της πυκνής δόμησης και τη δημιουργία χώρων πρασίνου, κεντρικό στρατηγικό σχεδιασμό για τις χρήσεις στο κέντρο, όχι απομάκρυνση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με τυχαίο τρόπο, ανακοπή της απομάκρυνσης και επιστροφή στο κέντρο δημόσιων φορέων κύρους, δράσεις ώστε να λειτουργήσει η Αθήνα ως προορισμός για το Σαββατοκύριακο και να προσελκύσει τουρισμό για ψώνια.

Η πρωτεύουσα της γκετοποίησης

Του ΦΙΛΗ ΚΑΪΤΑΤΖΗ, στην Ελευθεροτυπία

Μαζί με την Μπρατισλάβα και το Αμβούργο η Αθήνα συγκαταλέγεται στις τρεις ταχύτερα «γκετοποιημένες» πόλεις στην Ευρώπη και κατατάσσεται 22η σε σύνολο 30 πόλεων που περιλαμβάνονται στον ευρωπαϊκό δείκτη «Πράσινης Πόλης».

Στην πλήρη ανανεωμένη ετήσια έκθεσή της η ειδική μόνιμη Επιτροπή Περιβάλλοντος της Βουλής στα συγκεντρωτικά συμπεράσματά της για την πρωτεύουσα σημειώνει:

«Η γενική βαθμολογία της πόλης είναι χαμηλή, 53 βαθμοί στους 100 (σ.σ.: πάλι καλά, πιάσαμε τη βάση), εξαιτίας πολλών παραμέτρων όπως οι χρήσεις γης, η ποιότητα του αέρα, η διαχείριση των απορριμμάτων κ.λπ.

Αντίθετα με τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν με το Προεδρικό Διάταγμα «Περί καθορισμού χρήσεων γης και ειδικών όρων – περιορισμού δόμησης στην περιοχή Ψυρρή – κέντρου (Ομόνοιας)», επειδή δεν εφαρμόστηκε, αλλοιώθηκε το ιστορικό κέντρο. Το 1994 υπήρχαν έξι εστιατόρια και τέσσερα θέατρα και μόλις οκτώ χρόνια αργότερα υπήρχαν πενήντα επτά εστιατόρια και δεκαπέντε μπαρ. Σήμερα περισσότερα από 500 κτίρια στο κέντρο της Αθήνας είναι εγκαταλελειμμένα. Στο Μεταξουργείο και στου Ψυρρή έχουν καταστραφεί τα περισσότερα (211 και 110 αντίστοιχα).

Η επιτροπή επεκτείνοντας τα συμπεράσματά της και σε κοινωνικούς τομείς επικαλείται μια έρευνα της Public Issue (2008, δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα τα πράγματα) που δείχνει ότι οι κάτοικοι των περιοχών στο ιστορικό κέντρο και πέριξ αυτού αντιμετωπίζουν καθημερινά προβλήματα όσον αφορά: στάθμευση (84%), παραβατικότητα – εγκληματικότητα (79%), ατμοσφαιρική ρύπανση (69%), ναρκωτικά (64%), υποδομές (57%), θόρυβος (56%), αστυνόμευση (54%), κατάσταση ελεύθερων χώρων (42%), απορρίμματα (42%).

Η Αθήνα έχασε σιγά σιγά από το 1990 περί τις 1.000 από τις 1.300 βιοτεχνίες που υπήρχαν και μαζί έχασαν και τις δουλειές τους περίπου το 30% των εργαζομένων (από 55.000 σε 37.000).

Η απασχόληση στα μπαρ και τα εστιατόρια, όμως, αυξήθηκε από 27.000 σε 47.000 (δηλαδή 90% πάνω) γεγονός που μεταφράζεται πρακτικά σε ένα βίαιο μετασχηματισμό της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας σε μία περισσότερο καταναλωτική και ψυχαγωγική κατεύθυνση». Παράλληλα, αναφέρει η Επιτροπή, αναπτύσσονται: η βιομηχανία της νυχτερινής διασκέδασης και η εγκατάσταση πλήθους κέντρων που επιβαρύνουν το αστικό τοπίο και αποδυναμώνουν την κλίμακα της γειτονιάς.

Η κατάσταση επιδεινώνεται για μόνιμους κατοίκους αλλά και για τους μετανάστες, καθώς οι δεύτεροι υπερσυγκεντρώνονται με νόμιμα ή μη έγγραφα χωρίς αναγκαίες υποδομές και εγκλωβίζονται χιλιάδες σε καθεστώς ημιπαρανομίας με αποτέλεσμα να καθίστανται ευάλωτοι και αναλώσιμοι.

Επιβαρημένη ποικιλοτρόπως η πρωτεύουσα κυριαρχεί στο λεκανοπέδιο της Αττικής πάνω στο οποίο είναι ορατές οι συνέπειες από την έλλειψη ενός σύγχρονου ρυθμιστικού σχεδίου.

Η ανάπτυξη και χωρική αναδιοργάνωση της μητροπολιτικής περιοχής βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει στην επιτάχυνση της ανακοίνωσης του νέου Ρυθμιστικού Σχεδίου από το ΥΠΕΚΑ. Σημειώνεται ότι το ισχύον Ρυθμιστικό Σχέδιο ανάγεται στο 1985, αν και επικαιροποιήθηκε σε κάποιο βαθμό το 1999 με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Σημειώνεται επίσης ότι το ισχύον Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας «αγνοεί» την ύπαρξη του τραμ, του προαστιακού σιδηροδρόμου, της Αττικής οδού κ.ά.

Οι υψηλότεροι ρυθμοί επέκτασης της πόλης εμφανίζονται κατά μήκος της Αττικής Οδού προς τα δυτικά, αλλά και στον άξονα Αγία Παρασκευή με Ραφήνα. Η πύκνωση της δόμησης κατά μήκος μάλιστα του 2ου άξονα είναι ταχύτατη, γεγονός που επαληθεύει προηγούμενες εκτιμήσεις που αναφέρουν ότι σε δεκαπέντε έτη θα ενωθεί οικοδομικά η Ομόνοια με τη Ραφήνα, αν βέβαια δεν ληφθούν άμεσα και δραστικά μέτρα ανάσχεσης».