Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Bios’

Στο greekarchitects.gr

Το πελώριο βιομηχανικό κτήριο στο νούμερο 5 της οδού Αναξαγόρα, ένα άδειο κέλυφος ανάμεσα σε καταστήματα με παιχνίδια, πακιστανικά εστιατόρια και δημόσιες υπηρεσίες, ήταν για χρόνια ένα αίνιγμα για τους περισσότερους περαστικούς. πνιγμένο στα σκουπίδια – και στο σκοτάδι τού μόνιμα υποφωτισμένου δρόμου – ένα κτήριο – φάντασμα με μόνη ένδειξη για το παρελθόν του τις τρεις χρωματιστές πινακίδες της πρόσοψης: «Ρομάντσο», «πάνθεον», «Βεντέτα». Εδώ στεγαζόταν για πάνω από 60 χρόνια ένα από τα μεγαλύτερα τυπογραφεία του κέντρου, που έβγαζε μερικά από τα επικερδέστερα και γνωστότερα λαϊκά περιοδικά της εποχής, ιδιοκτησίας του εκδότη Νίκου Θεοφανίδη. Οι πιο παλιοί θυμούνται το θρυλικό «Ρομάντσο» με τα ρομαντικά μυθιστορήματα, που πούλαγε στις μεγάλες του δόξες 300.000 αντίτυπα την εβδομάδα. Το κτήριο είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ιστορία του ελληνικού Τύπου – στα πιεστήρια του Θεοφανίδη είχαν τυπωθεί από τον «Ριζοσπάστη» μέχρι τον «Ελεύθερο Τύπο». παρ’ όλα αυτά, όμως, τα τελευταία είκοσι χρόνια είχε πέσει σε αχρηστία – η τελευταία του χρήση ήταν ως εργαστήριο μεταξοτυπίας πριν από περίπου εφτά χρόνια.

Η παρακμή μπορεί να γίνει έμπνευση

Η ομάδα του πολυχώρου Βios, που κλείνει φέτος δέκα χρόνια στη δημιουργική σκηνή της Αθήνας, αποφάσισε να ανακαινίσει αυτό τον χώρο δίνοντας αναπνοή και ρεύμα σε μια γειτονιά που σίγουρα έχει δει καλύτερες μέρες. Η Αναξαγόρα βρίσκεται μεταξύ Σοφοκλέους και Μενάνδρου δίπλα στην Ομόνοια, στην περίφημη περιοχή Γεράνι. Έχουν γίνει άπειρες εξαγγελίες για ανάπλαση της περιοχής τα τελευταία χρόνια από τα υπουργεία Οικονομικών και περιβάλλοντος, όμως το μεγάλο ζητούμενο, η επιστροφή δηλαδή των κατοίκων στο κέντρο, μοιάζει με όνειρο θερινής νυκτός. Κι όμως, αυτό ακριβώς το παρηκμασμένο σημείο στο παλαιό εμπορικό κέντρο της Αθήνας ενέπνευσε τη δημιουργική ομάδα του πολυχώρου Βios. «Σκεφτόμασταν την επέτειο των δέκα χρόνων του Bios και τι σημαίνει αυτό για μας, και είπαμε να δοκιμάσουμε να κάνουμε κάτι τελείως διαφορετικό» εξηγεί o Βασίλης Χαραλαμπίδης του Βios. «Είναι ένα τελείως ξεχασμένο σημείο, πιθανώς το χειρότερο για να κάνεις κάτι εκεί, και αυτός ήταν και ο λόγος που το επιλέξαμε».

Το «Ρομάντσο» (έτσι θα ονομαστεί το κτήριο και φυσικά οι πινακίδες θα παραμείνουν στην πρόσοψη για να υπενθυμίζουν τη χρήση του) θα χωριστεί στα δύο. Από τον 2ο ώς τον 4ο όροφο του κτηρίου θα γίνει η πρώτη θερμοκοιτίδα καλλιτεχνών στην Αθήνα. «Θα υπάρχουν χώροι γραφείων που θα νοικιάζονται σε ανθρώπους ή ομάδες καλλιτεχνικού προσανατολισμού. Θα είναι κανονικά γραφεία – αυτόνομοι χώροι. Στο ενοίκιο θα περιλαμβάνονται η θέρμανση, οι λογαριασμοί και η γραμματειακή υποστήριξη, οπότε με ένα κόστος λίγο πιο πάνω από 1 50 ευρώ θα μπορεί κανείς να έχει όλες τις προϋποθέσεις για να διατηρεί ένα επαγγελματικό προφίλ». Το υπόλοιπο κτήριο, ο 1ος όροφος, δηλαδή, και το αχανές υπόγειο θα γίνουν πολιτιστικό κέντρο.

Ο 1ος όροφος θα θυμίζει έντονα το Bios και θα φιλοξενεί εκδηλώσεις, εκθέσεις, ενώ θα λειτουργεί και ως εκθεσιακός χώρος για τις ανάγκες των ομάδων που θα στεγάζονται στο κτήριο – που θα διαθέτει επίσης φωτογραφικό στούντιο. Το υπόγειο, που είναι αχανές, θα χρησιμοποιηθεί ως συναυλιακός χώρος. Το «Ρομάντσο» αναμένεται να έχει τελειώσει λίγο πριν μπει ο χειμώνας. Η ιστορία του κτηρίου και το όλο εγχείρημα μοιάζουν ιδιαίτερα γοητευτικά, αλλά αποτελούν παράλληλα κι ένα μεγάλο στοίχημα, μιας και πρόκειται για την πρώτη μεγάλη επιχειρηματική επένδυση σε μια περιοχή που γνώρισε ραγδαία υποβάθμιση και πασχίζει να ξαναβρεί τον βηματισμό της.

Read Full Post »

Στο Βήμα

Aδειο για χρόνια, το κτίριο που ήταν έδρα των εκδοτικών επιχειρήσεων του Νίκου Θεοφανίδη και του ιστορικότερου λαϊκού περιοδικού του 20ού αιώνα, του «Ρομάντσου», θα επιστρέψει και πάλι στη ζωή της πόλης ως μία ακόμη στέγη των ανθρώπων του Bios

«Ρομάντσο», «Πάνθεον», «Βεντέττα». Οι επιγραφές – σε ποπ χρώματα – στην πρόσοψη της Αναξαγόρα 5 μαρτυρούν για τις δραστηριότητες που στεγάζονταν σε αυτό το βιομηχανικό κτίριο στην καρδιά της Αθήνας, πίσω από τις πλάτες του Δημαρχείου. Αδειο για χρόνια, το κτίριο, που ήταν έδρα των εκδοτικών επιχειρήσεων του Νίκου Θεοφανίδη και του ιστορικότερου λαϊκού περιοδικού του 20ού αιώνα, του «Ρομάντσου», που αυτός εξέδιδε, επιστρέφει και πάλι στη ζωή της πόλης ως μία ακόμη στέγη των ανθρώπων του Bios – που διατηρούν και τους χώρους της οδού Πειραιώς. Ο νέος χώρος πολιτισμού, στις βιομηχανικές αίθουσες και στα γραφεία μιας ιστορικής εταιρείας Τύπου, δημιουργεί ελπίδες ότι η οδός Αναξαγόρα – από τους πιο υποβαθμισμένους δρόμους του κέντρου – μπορεί να «αποδοθεί» και πάλι στην Αθήνα. Οι άνθρωποι του Bios, έχοντας συνειδητοποιήσει την αξία του κτιρίου ως τοπόσημου, διατηρούν τις επιγραφές-τίτλους και σκέφτονται να αναδείξουν μέσα από τις δράσεις τους και τις εκδηλώσεις τους την ιδιαιτερότητα του χώρου αλλά και των λειτουργιών που εξυπηρέτησε.

Η Αναξαγόρα 5 είναι ένα σημείο μνήμης της πόλης αλλά και μνήμης του Τύπου. Το κτίριο ολοκληρώθηκε σε διαφορετικές φάσεις αλλά εξαρχής σχεδιάστηκε για να στεγάσει τυπογραφικές και εκτυπωτικές εργασίες. Η πρώτη φάση του κτιρίου χρονολογείται στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Λειτούργησε μέσα στην Κατοχή ως έδρα των τυπογραφικών επιχειρήσεων της εταιρείας «Ο Τύπος» του Γιάννη Πετσόπουλου.
Ο Πετσόπουλος, ιστορικός εκδότης του «Ριζοσπάστη», είχε διαγραφεί από το ΚΚΕ και είχε διαπρέψει στο εμπόριο δημοσιογραφικού χαρτιού. Μάλιστα, επειδή ήταν αντιπρόσωπος γερμανικού χαρτιού, είχε κατηγορηθεί ότι συνεργάστηκε με τον στρατό Κατοχής και την εκδοτική εταιρεία Μούντους που είχε ιδρύσει ο Γκέμπελς για τη διεθνή προπαγάνδα του καθεστώτος του Χίτλερ. Το χαρτί ή καλύτερα τα γιγαντιαία ρολά τυπογραφικού χαρτιού που κατέκλυζαν την οδό Αναξαγόρα είναι – μαζί με τη μυρωδιά του αντιμονίου – ζωντανή ανάμνηση για όσους εργάζονταν εκεί ή περνούσαν από εκεί στη δεκαετία του 1970 και στις αρχές του 1980.
Ο εκδότης Νίκος Θεοφανίδης, που στο μεταξύ είχε αγοράσει το κτίριο στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ή στις αρχές του 1960 και το είχε επεκτείνει καθ’ ύψος, είχε εγκαταστήσει εκεί ταχυπιεστήρια, όπου τύπωνε, εκτός από τα δικά του περιοδικά, και τη «Ραδιοτηλεόραση», το μοναδικό τότε τηλεοπτικό περιοδικό με μεγάλη κυκλοφορία, αλλά και δύο εφημερίδες που βρίσκονταν στα δύο αντίθετα άκρα του πολιτικού φάσματος, τον «Ελεύθερο Τύπο» του Σάββα Κωνσταντόπουλου και τον «Ριζοσπάστη», το όργανο του ΚΚΕ. Ηταν από τις μεγάλες οικονομικές επιτυχίες του Θεοφανίδη που ενίσχυσαν τη θέση του στην πρώτη γραμμή του Τύπου.
Οι γειτονιές του Τύπου
Η Αναξαγόρα 5 ανήκε σε μια διακριτή περιοχή Τύπου κάτω και γύρω από την Ομόνοια. Στην Πειραιώς στεγαζόταν η «Βραδυνή» και λίγο πιο εκεί, στην οδό Σωκράτους, η εφημερίδα «Καθημερινή». Η άλλη διακριτή περιοχή του Τύπου ήταν πάνω από την Ομόνοια. Στην οδό Χρήστου Λαδά οι εφημερίδες του Λαμπράκη «Το Βήμα» και «Τα «Νέα», πιο δίπλα το «Εμπρός», στην οδό Κολοκοτρώνη το παλιό «Εθνος» και πιο κάτω, στην οδό Σανταρόζα, τα γραφεία του περιοδικού «Θησαυρός» που από το 1938 εξέδιδε ο Γιάννης Παπαγεωργίου. Ο Παπαγεωργίου ήταν ο άμεσος ανταγωνιστής του Θεοφανίδη και ο «Θησαυρός» ο άμεσος ανταγωνιστής του «Ρομάντσου». Αλλά το «Ρομάντσο» επιβλήθηκε και έγινε συνώνυμο της κατηγορίας περιοδικό. «Δώστε μου ένα Ρομάντσο» στο περίπτερο σήμαινε γενικά «δώστε μου ένα περιοδικό», όπως «δώστε μου μια Κολυνός» σήμαινε γενικά μια οδοντόκρεμα.
«Ρομάντσο», «Πάνθεον», «Βεντέττα», τρεις επιγραφές στην πρόσοψη του βιομηχανικού κτιρίου της Αναξαγόρα, ποπ χρώματα αλλά και ποπ ιστορίες, αν θεωρήσουμε ότι το «Ρομάντσο» ήταν το σημαντικότερο ποπ περιοδικό στην Ελλάδα, δηλαδή εκφραστής μιας λαϊκής κουλτούρας. Ποπ ιστορίες αλλά και παλπ φίξιον (pulp fiction) α λα ελληνικά μέσα από την ατέλειωτη σειρά αναγνωσμάτων που δημοσιεύονταν στο «Ρομάντσο», καθώς και σε δύο άλλους τίτλους του Θεοφανίδη, λιγότερο γνωστούς αλλά εξίσου μυθικούς: στον «Ζέφυρο» (με ερωτικές, ρομαντικές ιστορίες) και στο «Μυστήριο» (με αστυνομικές ιστορίες).
Ο Νίκος Θεοφανίδης είχε γεννηθεί το 1901 στην Κάτω Παναγιά του Τσεσμέ και από μικρός δούλεψε σε τυπογραφεία. Θεωρούσε τη μικρασιασική καταγωγή του εύσημο. Ιδρυσε το «Ρομάντσο» το 1934. Στην αρχή περιοδικό μικρού σχήματος με αναγνώσματα, από το 1942 μεγάλου σχήματος και ποικίλης ύλης, αλλά πάντα με βασικό κορμό τα αναγνώσματα. Μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον Μαρκεζίνη το 1953, ο Θεοφανίδης μείωσε την τιμή του περιοδικού από τις 6 δραχμές στις 3 και το επέβαλε οριστικά επί του ανταγωνιστή του «Θησαυρός». Στη δεκαετία του 1960 το «Ρομάντσο» κυκλοφορεί σε 300.000 αντίτυπα εβδομαδιαίως, κυκλοφορίες που δεν ξεπεράστηκαν ποτέ.
Το περιοδικό του Θεοφανίδη δεν έχει εκτιμηθεί ακόμη από την Ιστορία. Το αναγνωστικό φαινόμενο στην Ελλάδα είχε μαζικότητα που ταυτίζεται με τις κολοσσιαίες κυκλοφορίες λαϊκών περιοδικών όπως το «Ρομάντσο», όπου το κοινό διάβαζε σε συνέχειες τα ρομάντσα ελλήνων επώνυμων ή ψευδώνυμων συγγραφέων. Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα.
Οι σημερινές όψεις του αναγνωστικού φαινομένου πρέπει να συσχετιστούν με την προϊστορία των λαϊκών περιοδικών όσο και με την προφορικότητα των σημερινών τηλεοπτικών σίριαλ που αναμφισβήτητα επηρεάζουν και τα αναγνωστικά γούστα. Το «Ρομάντσο» καθόρισε τις αναγνωστικές συμπεριφορές, όχι μόνο μέσα από τα αναγνώσματα που δημοσιεύονταν στις σελίδες τους αλλά και από τις αυτοτελείς εκδόσεις μυθιστορημάτων. Η βιβλιοθήκη του περιλαμβάνει μεγάλα κλασικά μυθιστορήματα σε εξαιρετικές μεταφράσεις που υπογράφονταν από τον Κοτζιούλα ή τη Γεωργία Δεληγιάννη.

Ποπ αθηναϊκές ιστορίες
Είμαι έξω από το κτίριο της Αναξαγόρα 5, μαζί με τον φωτογράφο μας Γιώργο Οικονομόπουλο. Εχουν αρχίσει τα έργα διαμόρφωσης – μια φυσούνα είναι κρεμασμένη από τον δεύτερο όροφο – για τη νέα εποχή του κτιρίου, ως Bios. Ανεβαίνω νοερά τους ορόφους. Οι τρεις πρώτοι με τον βιομηχανικό χαρακτήρα, ο τέταρτος, αστικού τύπου προσθήκη, με εντοιχισμένες ντουλάπες. Μια άλλη εποχή του Τύπου, πιο χειροποίητη, πιο γοητευτική λόγω των υλικών – δεν λέω «καλύτερη». Μαζί μου έχω έναν τόμο του «Ρομάντσου», του 1948. Παύλος Παλαιολόγος, Γ. Ταρσατόπουλος, Γεώργιος Ρούσσος, Ιωάννα Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, Δημήτρης Ψαθάς, Ασημάκης Γιαλαμάς. Διαβάζω την τελευταία φράση από το μυθιστόρημα της Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου «Οταν μιλά ο πόνος», που δημοσιευόταν σε συνέχειες: «Οχι, δεν μας χρειάζονται καθόλου τώρα πια, είπε η Βάνα σοβαρά. Κι η ματιά της βυθίστηκε ευτυχισμένη στην φωτερή ματιά του Αλκη».Ροζ-ποπ ιστορίες. Τις βλέπω πλέον μεταγραμμένες στο ύφος του Bios, σε μια νέα, σύγχρονη αθηναϊκή αστική κουλτούρα, που θέλει να συνδεθεί με το παρελθόν της.

Read Full Post »

Του Δημήτρη Ρηγόπουλου, από την Καθημερινή

Νέα lifestyle, νέου τύπου οικογένειες και η τεχνολογία τις μετασχηματίζουν ραγδαία μέσα σε λίγους μήνες

Πριν από δέκα χρόνια έπρεπε να ψάξεις πολύ για να βρεις μπαρ στα Εξάρχεια που να παίζει Μαντόνα. Ή έστω Pet Shop Boys. Και δεν έβρισκες ποτέ. Αλυσίδες τύπου Flocafe ήταν αδιανόητες για το (πάλαι ποτέ) αλτέρνατιβ Θησείο. Στον Κεραμεικό ή στο Μεταξουργείο ακόμα και η ιδέα του μπαρ έμοιαζε εξωτική. Το Γκάζι ήταν το Γκαζοχώρι, μία καλά περιφραγμένη πίσω από τα φουγάρα του φωταερίου εστία για τους ανέστιους. Κανείς δεν είχε καμία όρεξη να εξερευνήσει τη δύσκολη ζωή τους. Μέχρι που άνοιξε η πρώτη μοντέρνα ταβέρνα στην εντελώς άγνωστη οδό Περσεφόνης. Πέρασαν από τότε έντεκα σχεδόν χρόνια. Σήμερα στην οδό Περσεφόνης δυσκολεύεσαι να περπατήσεις από την κοσμοσυρροή.

Το πόσο έχει αλλάξει η ζωή στην Αθήνα το συνειδητοποιείς κάνοντας μία βραδινή βόλτα στο Κολωνάκι. Προσπαθήστε να συγκρίνετε την ένταση, τον παλμό του πήγαινε-έλα στην Τσακάλωφ ή στη Μηλιώνη με το τι συμβαίνει κάθε βράδυ στην πλατεία πίσω από την Τεχνόπολη στο Γκάζι. Το Κολωνάκι θα σας φανεί ένα ευπρεπές ησυχαστήριο αν το βάλετε δίπλα στη χλαπαταγή του νέου νυχτερινού προορισμού. «Πήγες στο Γκάζι;» είναι η ερώτηση που αντικατέστησε στις παρέες το «Εχεις ακούσει τη Γυναίκα-Ποδοσφαιριστή στην Πάνια;» ή το παλιότερο «Είδες το καινούργιο επεισόδιο του Παρά πέντε;». Ο εξωπραγματικά μεγάλος σε διαστάσεις σταθμός του μετρό, μία πινελιά παλαιοκομμουνιστικής υπερβολής στην καρδιά της Αθήνας, μαγνητίζει χιλιάδες κόσμου που με μεγάλη προθυμία εγκαταλείπουν πιο σταθερές επιλογές για να αφεθούν στη γοητεία του άγνωστου.

Αν αποδώσουμε τον ραγδαίο μετασχηματισμό της Αθήνας στις επεκτάσεις του μετρό δεν θα είμαστε δίκαιοι. Ούτε και ακριβείς. Στο σώμα της πόλης λαμβάνουν χώρα πολύ πιο βαθιές και ουσιαστικές αλλαγές που έχουν να κάνουν με τον τρόπο που ζούμε, τις ανακατατάξεις στο παραδοσιακό μοντέλο της οικογένειας, την αναπροσαρμογή του πώς φαντασιωνόμαστε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας τον βίο στην πόλη, τις νέες τεχνολογίες και την επιρροή τους στο πώς οργανώνουμε την επαγγελματική μας ζωή. Ο εμπλουτισμός με περισσότερες εκδοχές λάιφ στάιλ δημιουργεί νέες ανάγκες που αποτυπώνονται στον ρευστό χάρτη της πόλης. Οσο η Αθήνα θα κινείται προς έναν περισσότερο μητροπολιτικό εαυτό, τόσο λιγότερο υπάκουη στις παλιότερες κατηγοριοποιήσεις θα είναι. Κι αυτό ακούγεται καλό.

Γκάζι

Προσεχώς γειτονιά

Ποτέ στη μικρή ιστορία του αθηναϊκού μετρό τα εγκαίνια ενός καινούργιου σταθμού δεν προκάλεσαν τέτοιον πάνδημο ενθουσιασμό. Η φαραωνική κατασκευή, ανάρμοστα φιλόδοξη για την ταπεινή γειτονιά που την υποδέχθηκε, θα αναφέρεται στο μέλλον ως το αδιαμφισβήτητο ορόσημο μιας αστικής μετάλλαξης που στην πραγματικότητα είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Αυτό που αλλάζει το μετρό στο Γκάζι δεν είναι τα 20-30 νέα μαγαζιά που έσπευσαν να πάρουν θέση πέριξ της πλατείας ή στα δορυφορικά σοκάκια. Είναι οι πολυκατοικίες που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια εδώ κι εκεί. Οι περισσότερες κινούνται άνω του μέσου όρου, θα έστεκαν άνετα σε οποιοδήποτε καλό προάστιο της Αθήνας. Με έμφαση στην πρόσοψη (χάι τεκ μοντερνισμός), στο ντιζάιν και στον τεχνολογικό εξοπλισμό, τα συμμαζεμένα αυτά διαμερίσματα των 70 ή 90 (το πολύ) τετραγωνικών είναι έτοιμα να υποδεχθούν τους πρώτους τους κατοίκους. Αυτό σημαίνει ότι μετά την διακριτική απομάκρυνση των μουσουλμάνων πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, θα έχουμε την πρώτη μαζική «εποίκηση» του Γκαζιού με πολύ διαφορετικά, ωστόσο, κοινωνικά χαρακτηριστικά. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έξι νέες πολυκατοικίες βρίσκονται σε φάση ολοκλήρωσης, συν δύο συγκροτήματα στούντιο στις παρυφές της γειτονιάς. Πολλοί ανησυχούν για τη μετάλλαξη του Γκαζιού, για τις πενταώροφες πολυκατοικίες που θα υψωθούν δίπλα στα ρημαγμένα νεοκλασικά και τις χορταριασμένες μάντρες. Το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο. Και δεν είναι οι πολυκατοικίες. Τίποτα δεν μπορεί να ανακόψει μία ανάγκη της αγοράς. Θέλαμε κατοικία στο Γκάζι κι αυτό θα γίνει. Το θέμα είναι πώς προετοιμάζεις το έδαφος ως Πολιτεία, ως Δήμος. Και από αυτήν την άποψη δεν έχουν γίνει πολλά. Με εξαίρεση το μετρό και το προβάδισμα της κατοικίας στις χρήσεις γης.

Μεταξουργείο

Είναι τα νέα Εξάρχεια;

Το Μεταξουργείο, μία υπόθεση δύο-τριών χρόνων στη βιομηχανία της διασκέδασης, έμοιαζε στην αρχή (δηλαδή πέρυσι) μία λιγότερο μαζική εκδοχή του Ψυρρή. Λίγο πιο σοφιστικέ. Και λίγο πιο σικ. Γκουρμέ εστιατόρια, ψαγμένα μπαρ και στις παρυφές το Bios και το Nixon. Ομως, μία βραδινή βόλτα στους δρόμους άλλα δείχνει. Πολλά καφέ – μαγαζιά ροκ αισθητικής, αρκετές φθηνές ταβέρνες κι ένας αέρας παλιού Ρήγα Φεραίου (κι ακόμα πιο αριστερά) να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Είναι πολύ νωρίς να βάλεις ταμπέλες σε μία γειτονιά που δεν έχει ακόμη ένα βιβλιοπωλείο της προκοπής. Αλλά κάτι γίνεται στο Μεταξουργείο που δεν μοιάζει ούτε στο Γκάζι, ούτε στου Ψυρρή (ευτυχώς).

Κολωνάκι

Το προσκύνημα έλαβε τέλος

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ορισμένοι κάτοικοι του Κολωνακίου δυσφορούσαν με την ακατανίκητη έλξη της γειτονιάς τους. Δεν τους άρεσε η κοσμοπλημμύρα στους δρόμους, το γεγονός ότι Αθηναίοι άγνωστης προέλευσης, από περιοχές που σχεδόν αγνοούσαν (ή προσποιούνταν ότι αγνοούσαν), κατέκλυζαν τα καφέ, τα μπαρ και τα εστιατόριά «τους». Ηταν η εποχή που το κέντρο ήταν συνώνυμο με το Κολωνάκι. Σήμερα, μπορούν να κάθονται στην πλατεία και να αισθάνονται λίγο πιο άνετα. Το Κολωνάκι έπαψε να είναι η μοναδική επιλογή για τους «βαρβάρους» των προαστίων. Οι «ορδές» παίρνουν το μετρό και κατεβαίνουν Μοναστηράκι, Θησείο, Γκάζι. Το Κολωνάκι, περισσότερο residential από ποτέ, σπάνια έχει πια να προσφέρει νέες εικόνες. Οσοι εξακολουθούν να το εκτιμούν είναι γιατί εκτιμούν αυτό που πραγματικά είναι. Υπάρχει φυσικά η όλο και πιο ακμαία πιάτσα της Σκουφά. Ή το «ποτάμι» της Πλουτάρχου, τα μπαρ της οποίας κατακλύζονται νυχθημερόν από νέους δικηγόρους, διαφημιστές, ανθρώπους των μίντια γενικώς, ή πιστούς του Hard Rock. Είναι σαν το Κολωνάκι να παίρνει μία ανάσα. Την χρειαζόταν.

Αιόλου & Σια

Ο νέος παίκτης

Ηταν θέμα χρόνου. Οταν και του Ψυρρή άρχισε να ασφυκτιά, η ζήτηση έπρεπε με κάποιον τρόπο να εκτονωθεί. Αυτό που λέμε ιστορικό τρίγωνο ανάμεσα σε Σύνταγμα, Ομόνοια, Μοναστηράκι, είναι σήμερα η γρηγορότερα ανερχόμενη περιοχή του κέντρου. Διαθέτει ακόμη όμορφους δρόμους, συγκλονιστική συγκοινωνιακή κάλυψη, πεζόδρομους, ησυχία και ατμόσφαιρα. Το μόνο που δεν έχει είναι πολλά έτοιμα διαμερίσματα. Κρίμα γιατί πολύς κόσμος θέλει να κατέβει εδώ και αυτό που συνήθως βρίσκει είναι γραφεία και αποθήκες. Η Αιόλου φαίνεται να έχει πάρει τον δρόμο χωρίς επιστροφή. Τα μαγαζιά με τα κασμίρια, τα είδη προικός και τα λευκά είδη πιέζονται. Ηδη κάποια έγιναν καφέ, μπαρ, καταστήματα με ρούχα που απευθύνονται στους πελάτες των μπαρ. Στέκια όπως το Booze, το Kinky και το Μαγκαζέ έδωσαν μία πιο εναλλακτική – καλλιτεχνική ταυτότητα που απέχει έτη φωτός από τον αχταρμά του Ψυρρή.

Εξάρχεια

Οι σειρήνες του mainstream

Μην σας παραπλανούν τα δελτία ειδήσεων. Τα Εξάρχεια σήμερα είναι πιο mainsream από ποτέ. Σχεδόν ολόκληρη η ανατολική πλευρά της πλατείας είναι παραδομένη στο γνωστό ελληνικό concept «φραπές – αθλητική εφημερίδα – lounge μουσική». Εννοείται πως δεν χρειάζεσαι να είσαι πολιτικοποιημένος για να βγεις στα Εξάρχεια. Υπάρχουν τόσα μέρη (και) για σένα. Κυρίως, η νέα περατζάδα της Μπενάκη με τις μοντέρνες ταβέρνες της που κάνουν θραύση και καλά κάνουν. Το πρόβλημα των Εξαρχείων είναι άλλο: ενώ είναι με διαφορά η πιο ζωντανή γειτονιά του κέντρου την ίδια στιγμή σε απωθεί το διάχυτο μπάχαλο σε δρόμους, πεζοδρόμια και πεζόδρομους. Γιατί πάντα να είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέξουμε ανάμεσα σε χωματερές και νεκροταφεία;

Θησείο

Ενα λούνα παρκ για όλους

Μια φορά κι έναν καιρό, όλοι ήθελαν σπίτι στο Θησείο. Ηταν η εποχή του Σταύλου και των μποέμ καφενείων. Το Θησείο είχε στον αέρα του το ανυπάκουο πνεύμα των Εξαρχείων χωρίς τη βρώμα και τους κλειστοφοβικούς δρόμους. Και μετά ήρθαν οι μέλισσες, δηλαδή ο Μεγάλος Περίπατος, ο πεζόδρομος – μαμούθ της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και της Αποστόλου Παύλου, το καμάρι μας. Και ναι μεν συγκλονιστική η βόλτα και η στοχαστική Διονυσίου Αρεοπαγίτου (αφήνουμε έξω τις εκθέσεις βιβλίου), όλοι όμως ξέραμε τι θα συμβεί στην εμπορική Αποστόλου Παύλου με τα καφέ και τη θέα στην Ακρόπολη. Τα πέντε καφέ έγιναν είκοσι και το σουλάτσο θυμίζει πια νυφοπάζαρο στην προκυμαία κάθε επαρχιακής πόλης. Ασφαλώς, το Θησείο δεν έπαψε ποτέ να είναι μία γοητευτική εναλλακτική του κέντρου, αυτό δείχνουν η ζήτηση και οι τιμές. Ξενίζει κάπως η ομοιομορφία στο στιλ των μαγαζιών. Εξαιρέσεις όπως το βιβλιοπωλείο «Λεμόνι» στην Ηρακλειδών απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αλλά δεν είναι για θάνατο. Στο Γκάζι ή στο Μεταξουργείο πας και με τα πόδια.

Read Full Post »