Κινούμενη άμμος οι γειτονιές της Αθήνας

Του Δημήτρη Ρηγόπουλου, από την Καθημερινή

Νέα lifestyle, νέου τύπου οικογένειες και η τεχνολογία τις μετασχηματίζουν ραγδαία μέσα σε λίγους μήνες

Πριν από δέκα χρόνια έπρεπε να ψάξεις πολύ για να βρεις μπαρ στα Εξάρχεια που να παίζει Μαντόνα. Ή έστω Pet Shop Boys. Και δεν έβρισκες ποτέ. Αλυσίδες τύπου Flocafe ήταν αδιανόητες για το (πάλαι ποτέ) αλτέρνατιβ Θησείο. Στον Κεραμεικό ή στο Μεταξουργείο ακόμα και η ιδέα του μπαρ έμοιαζε εξωτική. Το Γκάζι ήταν το Γκαζοχώρι, μία καλά περιφραγμένη πίσω από τα φουγάρα του φωταερίου εστία για τους ανέστιους. Κανείς δεν είχε καμία όρεξη να εξερευνήσει τη δύσκολη ζωή τους. Μέχρι που άνοιξε η πρώτη μοντέρνα ταβέρνα στην εντελώς άγνωστη οδό Περσεφόνης. Πέρασαν από τότε έντεκα σχεδόν χρόνια. Σήμερα στην οδό Περσεφόνης δυσκολεύεσαι να περπατήσεις από την κοσμοσυρροή.

Το πόσο έχει αλλάξει η ζωή στην Αθήνα το συνειδητοποιείς κάνοντας μία βραδινή βόλτα στο Κολωνάκι. Προσπαθήστε να συγκρίνετε την ένταση, τον παλμό του πήγαινε-έλα στην Τσακάλωφ ή στη Μηλιώνη με το τι συμβαίνει κάθε βράδυ στην πλατεία πίσω από την Τεχνόπολη στο Γκάζι. Το Κολωνάκι θα σας φανεί ένα ευπρεπές ησυχαστήριο αν το βάλετε δίπλα στη χλαπαταγή του νέου νυχτερινού προορισμού. «Πήγες στο Γκάζι;» είναι η ερώτηση που αντικατέστησε στις παρέες το «Εχεις ακούσει τη Γυναίκα-Ποδοσφαιριστή στην Πάνια;» ή το παλιότερο «Είδες το καινούργιο επεισόδιο του Παρά πέντε;». Ο εξωπραγματικά μεγάλος σε διαστάσεις σταθμός του μετρό, μία πινελιά παλαιοκομμουνιστικής υπερβολής στην καρδιά της Αθήνας, μαγνητίζει χιλιάδες κόσμου που με μεγάλη προθυμία εγκαταλείπουν πιο σταθερές επιλογές για να αφεθούν στη γοητεία του άγνωστου.

Αν αποδώσουμε τον ραγδαίο μετασχηματισμό της Αθήνας στις επεκτάσεις του μετρό δεν θα είμαστε δίκαιοι. Ούτε και ακριβείς. Στο σώμα της πόλης λαμβάνουν χώρα πολύ πιο βαθιές και ουσιαστικές αλλαγές που έχουν να κάνουν με τον τρόπο που ζούμε, τις ανακατατάξεις στο παραδοσιακό μοντέλο της οικογένειας, την αναπροσαρμογή του πώς φαντασιωνόμαστε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας τον βίο στην πόλη, τις νέες τεχνολογίες και την επιρροή τους στο πώς οργανώνουμε την επαγγελματική μας ζωή. Ο εμπλουτισμός με περισσότερες εκδοχές λάιφ στάιλ δημιουργεί νέες ανάγκες που αποτυπώνονται στον ρευστό χάρτη της πόλης. Οσο η Αθήνα θα κινείται προς έναν περισσότερο μητροπολιτικό εαυτό, τόσο λιγότερο υπάκουη στις παλιότερες κατηγοριοποιήσεις θα είναι. Κι αυτό ακούγεται καλό.

Γκάζι

Προσεχώς γειτονιά

Ποτέ στη μικρή ιστορία του αθηναϊκού μετρό τα εγκαίνια ενός καινούργιου σταθμού δεν προκάλεσαν τέτοιον πάνδημο ενθουσιασμό. Η φαραωνική κατασκευή, ανάρμοστα φιλόδοξη για την ταπεινή γειτονιά που την υποδέχθηκε, θα αναφέρεται στο μέλλον ως το αδιαμφισβήτητο ορόσημο μιας αστικής μετάλλαξης που στην πραγματικότητα είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Αυτό που αλλάζει το μετρό στο Γκάζι δεν είναι τα 20-30 νέα μαγαζιά που έσπευσαν να πάρουν θέση πέριξ της πλατείας ή στα δορυφορικά σοκάκια. Είναι οι πολυκατοικίες που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια εδώ κι εκεί. Οι περισσότερες κινούνται άνω του μέσου όρου, θα έστεκαν άνετα σε οποιοδήποτε καλό προάστιο της Αθήνας. Με έμφαση στην πρόσοψη (χάι τεκ μοντερνισμός), στο ντιζάιν και στον τεχνολογικό εξοπλισμό, τα συμμαζεμένα αυτά διαμερίσματα των 70 ή 90 (το πολύ) τετραγωνικών είναι έτοιμα να υποδεχθούν τους πρώτους τους κατοίκους. Αυτό σημαίνει ότι μετά την διακριτική απομάκρυνση των μουσουλμάνων πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, θα έχουμε την πρώτη μαζική «εποίκηση» του Γκαζιού με πολύ διαφορετικά, ωστόσο, κοινωνικά χαρακτηριστικά. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έξι νέες πολυκατοικίες βρίσκονται σε φάση ολοκλήρωσης, συν δύο συγκροτήματα στούντιο στις παρυφές της γειτονιάς. Πολλοί ανησυχούν για τη μετάλλαξη του Γκαζιού, για τις πενταώροφες πολυκατοικίες που θα υψωθούν δίπλα στα ρημαγμένα νεοκλασικά και τις χορταριασμένες μάντρες. Το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο. Και δεν είναι οι πολυκατοικίες. Τίποτα δεν μπορεί να ανακόψει μία ανάγκη της αγοράς. Θέλαμε κατοικία στο Γκάζι κι αυτό θα γίνει. Το θέμα είναι πώς προετοιμάζεις το έδαφος ως Πολιτεία, ως Δήμος. Και από αυτήν την άποψη δεν έχουν γίνει πολλά. Με εξαίρεση το μετρό και το προβάδισμα της κατοικίας στις χρήσεις γης.

Μεταξουργείο

Είναι τα νέα Εξάρχεια;

Το Μεταξουργείο, μία υπόθεση δύο-τριών χρόνων στη βιομηχανία της διασκέδασης, έμοιαζε στην αρχή (δηλαδή πέρυσι) μία λιγότερο μαζική εκδοχή του Ψυρρή. Λίγο πιο σοφιστικέ. Και λίγο πιο σικ. Γκουρμέ εστιατόρια, ψαγμένα μπαρ και στις παρυφές το Bios και το Nixon. Ομως, μία βραδινή βόλτα στους δρόμους άλλα δείχνει. Πολλά καφέ – μαγαζιά ροκ αισθητικής, αρκετές φθηνές ταβέρνες κι ένας αέρας παλιού Ρήγα Φεραίου (κι ακόμα πιο αριστερά) να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Είναι πολύ νωρίς να βάλεις ταμπέλες σε μία γειτονιά που δεν έχει ακόμη ένα βιβλιοπωλείο της προκοπής. Αλλά κάτι γίνεται στο Μεταξουργείο που δεν μοιάζει ούτε στο Γκάζι, ούτε στου Ψυρρή (ευτυχώς).

Κολωνάκι

Το προσκύνημα έλαβε τέλος

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ορισμένοι κάτοικοι του Κολωνακίου δυσφορούσαν με την ακατανίκητη έλξη της γειτονιάς τους. Δεν τους άρεσε η κοσμοπλημμύρα στους δρόμους, το γεγονός ότι Αθηναίοι άγνωστης προέλευσης, από περιοχές που σχεδόν αγνοούσαν (ή προσποιούνταν ότι αγνοούσαν), κατέκλυζαν τα καφέ, τα μπαρ και τα εστιατόριά «τους». Ηταν η εποχή που το κέντρο ήταν συνώνυμο με το Κολωνάκι. Σήμερα, μπορούν να κάθονται στην πλατεία και να αισθάνονται λίγο πιο άνετα. Το Κολωνάκι έπαψε να είναι η μοναδική επιλογή για τους «βαρβάρους» των προαστίων. Οι «ορδές» παίρνουν το μετρό και κατεβαίνουν Μοναστηράκι, Θησείο, Γκάζι. Το Κολωνάκι, περισσότερο residential από ποτέ, σπάνια έχει πια να προσφέρει νέες εικόνες. Οσοι εξακολουθούν να το εκτιμούν είναι γιατί εκτιμούν αυτό που πραγματικά είναι. Υπάρχει φυσικά η όλο και πιο ακμαία πιάτσα της Σκουφά. Ή το «ποτάμι» της Πλουτάρχου, τα μπαρ της οποίας κατακλύζονται νυχθημερόν από νέους δικηγόρους, διαφημιστές, ανθρώπους των μίντια γενικώς, ή πιστούς του Hard Rock. Είναι σαν το Κολωνάκι να παίρνει μία ανάσα. Την χρειαζόταν.

Αιόλου & Σια

Ο νέος παίκτης

Ηταν θέμα χρόνου. Οταν και του Ψυρρή άρχισε να ασφυκτιά, η ζήτηση έπρεπε με κάποιον τρόπο να εκτονωθεί. Αυτό που λέμε ιστορικό τρίγωνο ανάμεσα σε Σύνταγμα, Ομόνοια, Μοναστηράκι, είναι σήμερα η γρηγορότερα ανερχόμενη περιοχή του κέντρου. Διαθέτει ακόμη όμορφους δρόμους, συγκλονιστική συγκοινωνιακή κάλυψη, πεζόδρομους, ησυχία και ατμόσφαιρα. Το μόνο που δεν έχει είναι πολλά έτοιμα διαμερίσματα. Κρίμα γιατί πολύς κόσμος θέλει να κατέβει εδώ και αυτό που συνήθως βρίσκει είναι γραφεία και αποθήκες. Η Αιόλου φαίνεται να έχει πάρει τον δρόμο χωρίς επιστροφή. Τα μαγαζιά με τα κασμίρια, τα είδη προικός και τα λευκά είδη πιέζονται. Ηδη κάποια έγιναν καφέ, μπαρ, καταστήματα με ρούχα που απευθύνονται στους πελάτες των μπαρ. Στέκια όπως το Booze, το Kinky και το Μαγκαζέ έδωσαν μία πιο εναλλακτική – καλλιτεχνική ταυτότητα που απέχει έτη φωτός από τον αχταρμά του Ψυρρή.

Εξάρχεια

Οι σειρήνες του mainstream

Μην σας παραπλανούν τα δελτία ειδήσεων. Τα Εξάρχεια σήμερα είναι πιο mainsream από ποτέ. Σχεδόν ολόκληρη η ανατολική πλευρά της πλατείας είναι παραδομένη στο γνωστό ελληνικό concept «φραπές – αθλητική εφημερίδα – lounge μουσική». Εννοείται πως δεν χρειάζεσαι να είσαι πολιτικοποιημένος για να βγεις στα Εξάρχεια. Υπάρχουν τόσα μέρη (και) για σένα. Κυρίως, η νέα περατζάδα της Μπενάκη με τις μοντέρνες ταβέρνες της που κάνουν θραύση και καλά κάνουν. Το πρόβλημα των Εξαρχείων είναι άλλο: ενώ είναι με διαφορά η πιο ζωντανή γειτονιά του κέντρου την ίδια στιγμή σε απωθεί το διάχυτο μπάχαλο σε δρόμους, πεζοδρόμια και πεζόδρομους. Γιατί πάντα να είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέξουμε ανάμεσα σε χωματερές και νεκροταφεία;

Θησείο

Ενα λούνα παρκ για όλους

Μια φορά κι έναν καιρό, όλοι ήθελαν σπίτι στο Θησείο. Ηταν η εποχή του Σταύλου και των μποέμ καφενείων. Το Θησείο είχε στον αέρα του το ανυπάκουο πνεύμα των Εξαρχείων χωρίς τη βρώμα και τους κλειστοφοβικούς δρόμους. Και μετά ήρθαν οι μέλισσες, δηλαδή ο Μεγάλος Περίπατος, ο πεζόδρομος – μαμούθ της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και της Αποστόλου Παύλου, το καμάρι μας. Και ναι μεν συγκλονιστική η βόλτα και η στοχαστική Διονυσίου Αρεοπαγίτου (αφήνουμε έξω τις εκθέσεις βιβλίου), όλοι όμως ξέραμε τι θα συμβεί στην εμπορική Αποστόλου Παύλου με τα καφέ και τη θέα στην Ακρόπολη. Τα πέντε καφέ έγιναν είκοσι και το σουλάτσο θυμίζει πια νυφοπάζαρο στην προκυμαία κάθε επαρχιακής πόλης. Ασφαλώς, το Θησείο δεν έπαψε ποτέ να είναι μία γοητευτική εναλλακτική του κέντρου, αυτό δείχνουν η ζήτηση και οι τιμές. Ξενίζει κάπως η ομοιομορφία στο στιλ των μαγαζιών. Εξαιρέσεις όπως το βιβλιοπωλείο «Λεμόνι» στην Ηρακλειδών απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αλλά δεν είναι για θάνατο. Στο Γκάζι ή στο Μεταξουργείο πας και με τα πόδια.