Η Ελλάς τον Βύρωνα (στεφανώνει ή κλέβει;)

Στο Ζάππειο, στο σημείο όπου η λεωφόρος Αμαλίας συναντάει τη λεωφόρο Όλγας, υπάρχει ένα άγαλμα που απεικονίζει την Ελλάδα να στεφανώνει τον λόρδο Βύρωνα. Την συμβολίζει μια καθιστή ημίγυμνη γυναίκα μεγαλύτερη σε μέγεθος από τον Βύρωνα, που του δείχνει την ευγνωμοσύνη της τείνοντας πάνω από το κεφάλι του κλαδί φοίνικα ως σύμβολο της αθανασίας. Η στάση και η χειρονομία του Βύρωνα, αν και ατυχείς −κυρίως στον προσανατολισμό της παλάμης και στο άνοιγμα των δαχτύλων−, έχουν αποδοθεί με ρομαντική διάθεση. Το βλέμμα του, στραμμένο προς την Ελλάδα, είναι γεμάτο πάθος. Η μισοξαπλωμένη ανδρική μορφή στην πίσω πλευρά συμβολίζει τον υπόδουλο ελληνισμό.

IMG_7806

Αν κοιτάξεις πιο προσεκτικά τη χειρονομία της Ελλάδας, φαίνεται ότι από τη μία (με το αριστερό χέρι) τον στεφανώνει για να του αποσπάσει την προσοχή και από την άλλη (με το δεξί) προσπαθεί να του αρπάξει το πορτοφόλι.

Το έργο, που θεωρήθηκε σκανδαλώδες την εποχή του, είχε προκαλέσει την οργή του Δημήτριου Φιλιππότη (του σπουδαίου γλύπτη), ο οποίος είχε δηλώσει στην «Παλιγγενεσία»: «Ντρέπομαι ως Έλληνας γιατί το έργο δεν έχει ούτε σύμβολον ούτε εθνικότητα. Την δε Ελλάδα παρέστησεν ο ξένος γλύπτης ως κοινήν γυναίκα με κρεμασμένους τους μαστούς».

Το ιστορικό της κατασκευής του έχει επίσης ενδιαφέρον: τον Απρίλιο του 1888 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την κατασκευή ανδριάντα του Βύρωνα σε ύψος μεγαλύτερο του φυσικού και σε βάθρο που έφερε αλληγορικές ή ιστορικές παραστάσεις. Τη δαπάνη είχε αναλάβει ο ομογενής Δημήτριος Στεφάνοβικ Σκυλίτσης. Στο διαγωνισμό ξεχώρισε το πρόπλασμα του Ι. Βιτσάρη (όλα τα προπλάσματα των συμμετεχόντων στον διαγωνισμό παρουσιάστηκαν στην έκθεση των Ολυμπίων εκείνη τη χρονιά). Σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού, ο αγωνοθέτης δεν δεσμευόταν να κατακυρώσει την κατασκευή του μνημείου στον καλλιτέχνη που θα προκρινόταν. Έτσι, η ανάθεση έγινε σε Γάλλους καλλιτέχνες, προκαλώντας θύελλα διαμαρτυριών. Στις εφημερίδες της εποχής υπάρχουν κριτικές αλλά και δηλώσεις Ελλήνων καλλιτεχνών γεμάτες πίκρα και απογοήτευση. Το πρόπλασμα του αγάλματος έγινε από τον Henri Michel Antoine Chapu. Μετά τον θάνατό του η εκτέλεση σε μάρμαρο έγινε από τον Alexandre Falguière. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 20 Ιουλίου 1895.

Πηγή

Advertisements

Το Αρχοντικό των Μπενιζέλων, η παλαιότερη κατοικία της Αθήνας

Οδός Αδριανού 96. Στην καρδιά της πόλης μια μεγάλη επιγραφή ενημερώνει ότι στο σημείο αυτό διατηρείται το παλαιότερο σπίτι της Αθήνας.

i-istoria-tou-palioterou-spitiou-twn-athinwn_5.w_l

Αναφερόμαστε στο Αρχοντικό των Μπενιζέλων, το οποίο αποτελεί τυπικό δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής της προεπαναστατικής Αθήνας, καθώς και το τελευταίο ανάλογης κατασκευής στην πρωτεύουσα.  Αναμφίβολα ανήκει στα ιστορικά κτίρια που αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι του πολεοδομικού παζλ της πόλης. Έχει συμπληρωθεί ένας χρόνος από τότε που ανακαινίστηκε και μετατράπηκε σε μουσείο, ώστε να θυμίζει και στις επόμενες γενιές την ιστορία της αθηναϊκής κοινωνίας περασμένων αιώνων.

Η κοινωνία των Αθηνών τον 16ο αιώνα μπορεί να μην είναι αυτή που γνωρίζουμε σήμερα, αλλά συγκαταλεγόταν στις μεγαλύτερες των Βαλκανίων.  Συγκεκριμένα, το 1570 ο πληθυσμός της Αθήνας δεν ξεπερνούσε τους 18.000 κατοίκους. Ιστορικές πηγές της εποχής μιλούν για μια ειδυλλιακή πόλη με αίγλη και διάσπαρτα ιστορικά μνημεία, τα οποία τόνιζαν το ένδοξο παρελθόν.  Είναι η περίοδος κατά την οποία στην Ευρώπη συμβαίνουν μεγάλες αλλαγές, με το εμπόριο να αναπτύσσεται ραγδαία και τη δημιουργία αστικών κέντρων λόγω της μετοίκησης μεγάλου αριθμού του αγροτικού πληθυσμού.  Την περίοδο εκείνη η οδός Αδριανού και η ευρύτερη περιοχή της Αγοράς αποτελούσαν το κέντρο της δυναμικής και οικονομικά δραστήριας πόλης και εκεί κατοικούσαν βυζαντινές αριστοκρατικές οικογένειες.

Οι Αθηναίοι άρχοντες αντλούσαν τη δύναμή τους από τα κτήματα που κατείχαν αλλά και από τις εμπορικές δραστηριότητες που είχαν αναπτύξει σε Βενετία, Γαλλία και Βαλκάνια, καθώς και από τη συμμετοχή τους στους θεσμούς της αυτοδιοίκησης.  Πολλές επιφανείς οικογένειες επιλέγουν ως κατοικία τους το κονάκι, ένα μοντέλο κατασκευής που παρείχε στους ιδιοκτήτες κύρος και ασφάλεια, μεταξύ άλλων, λόγω του υψηλού μαντρότοιχου που προστάτευε τον ιδιωτικό τους χώρο. Είναι μια εποχή κατά την οποία η πόλη σταδιακά επεκτείνεται εκτός του τείχους, με αποτέλεσμα τζαμιά, χαμάμ, τεκέδες, εκκλησίες, μονές, μαγαζιά, κατοικίες και κρήνες να βρίσκουν θέση στον πολυδαίδαλο αστικό ιστό που χωριζόταν σε οκτώ περιοχές και 32 ενορίες ή μαχαλάδες.

Η παλαιότερη κατοικία της Αθήνας ανήκε στην αριστοκρατική οικογένεια του Αθηναίου άρχοντα Άγγελου Μπενιζέλου. Η κόρη του Ρεβούλα Μπενιζέλου, όπως ήταν το κοσμικό όνομα της οσίας Φιλοθέης, έζησε στον χώρο αυτό, στα κτίσματα που προϋπήρχαν της ανέγερσης του αρχοντικού.  Υπήρξε μια ξεχωριστή φυσιογνωμία της εποχής και γόνος μίας από τις παλαιότερες οικογένειες των Αθηνών που διέθετε μεγάλη περιουσία. Το οίκημα των Μπενιζέλων διαμορφώνεται τον 18ο αιώνα ως ένα διώροφο ορθογώνιο κτίσμα που αποτελείται από τρεις κλειστούς χώρους, τη στοά, ένα λιθόκτιστο ισόγειο και μια ξύλινη ανωδομή.  Ακόμη και σήμερα ξεχωρίζουν από την επιβλητική κατοικία η αυλή του αρχοντικού, το πηγάδι και τα πιθάρια που χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση σιτηρών, λαδιού και οίνου, η κατασκευή των οποίων ανάγεται στη βυζαντινή περίοδο.  Πάρα πολύ σημαντικά είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα στο κατώγι του αρχοντικού. Στην αυλή θα θαυμάσει κανείς το υστερορωμαϊκό τείχος, χτισμένο κάπως βιαστικά το 267 μ.Χ., για να προστατέψει την περιοχή του οικισμού στα βόρεια της Ακρόπολης, ενώ για αιώνες θα λειτουργήσει ως ο μοναδικός και εσωτερικός οχυρός περίβολος της πόλης.

Την ίδια στιγμή εντός του κτιρίου ο επισκέπτης θα συναντήσει, πλάι σε μεγάλους αποθηκευτικούς πίθους, ένα σύστημα ληνών που παραπέμπει στην αμπελουργική δραστηριότητα των ιδιοκτητών. Στο εσωτερικό της οικίας συναντάμε τον οντά, όπου εκτυλισσόταν η καθημερινότητα της οικογένειας και σήμερα διακρίνουμε τα στοιχεία της αρχιτεκτονικής της οθωμανικής περιόδου. Συνήθως υπήρχε ένα τζάκι από οξύληκτο τύμπανο, πολλά διαδοχικά παράθυρα, μια σειρά από φεγγίτες, γύψινα διάχωρα και ξύλινο ταβάνι. Είναι χαρακτηριστικό ότι το βασικό στοιχείο του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού της όψιμης τουρκοκρατίας, εκτός του οντά, ήταν το χαγιάτι, ημιυπαίθριος χώρος με βάση έναν προκαθορισμένο κάνναβο.

Να αναφέρουμε ότι η μελέτη αποκατάστασης του αρχοντικού έγινε από τους αρχιτέκτονες Γ. Κίζη, Κ. Ασλανίδη, Χ. Πινάτση και τους πολιτικούς μηχανικούς Ε. Τσακανίκα, Χ. Μουζάκη, Ε. Ζαρογιάννη. Παράλληλα, τη μουσειογραφική μελέτη παρήγαγε το αρχιτεκτονικό γραφείο Κίζη (αρχιτέκτονες Γιάννης Κίζης και Θύμης Δούγκας) ύστερα από την συνεργασία που είχαν με τη μουσειολόγο Παρή Καλαμαρά η οποία και συνέταξε την μουσειολογική μελέτη. «Το σπίτι των Μπενιζέλων είναι το τελευταίο σωζόμενο κονάκι στην Αθήνα» λέει στη LiFO η πολιτικός μηχανικός και επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου δρ. Ελευθερία Τσακανίκα και θα συμπληρώσει: «Προσπαθήσαμε να συντηρήσουμε τα οικοδομικά στοιχεία και καταφέραμε να διατηρήσουμε στον μέγιστο δυνατό βαθμό τα παλιά μέλη, ώστε να διασφαλιστεί η αυθεντικότητα του μνημείου. Ταυτόχρονα, διαφυλάξαμε και τεκμήρια των κατά καιρούς επεμβάσεων που αποτυπώνουν την ιστορία του».

Δικαίως, λοιπόν, το αρχοντικό των Μπενιζέλων θεωρείται αρχιτεκτονικό και ιστορικό μνημείο αλλά και διαχρονικό τοπόσημο ενός αρχιτεκτονικού μοντέλου στο οποίο είναι ενσωματωμένα όλα τα στοιχεία των τοπικών παραδόσεων. Τα αυθεντικά μορφολογικά στοιχεία, τα αρχαιολογικά κατάλοιπα στο υπέδαφος της αυλής και των κατωγίων, στη μεσαιωνική δεξαμενή και στους μεγάλους πίθους, που πιθανότατα ανάγονται στη βυζαντινή περίοδο, αναδεικνύουν τον χαρακτήρα της προεπαναστατικής αρχοντικής κατοικίας και τεκμηριώνουν τη διαχρονική ιστορία του χώρου και τη θέση της περιοχής στην τοπογραφία της αρχαίας πόλης.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Πηγή